Από τον Γιάννη Θ. Πατέλλη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΗ άνοιξη είναι μια εποχή μεταβατική. Ένα πέρασμα από τα χειμερινά χαμηλά του υδραργύρου στα ψηλά και καυτά του καλοκαιριού.
Η άνοιξη, που έχει αλλάξει τόσο πολύ τη φύση του τόπου τις τελευταίες εβδομάδες, επιδρά στις αισθήσεις με ένα τρόπο μοναδικό. Τη συναντά η ματιά του διαβάτη σε κάθε γωνιά του τόπου, σε λουλουδιασμένους κήπους και κατάφυτες αυλές, σε γειτονιές και απόμερους δρομάκους.
Ως άνθρωπος που έζησε τα περισσότερα του χρόνια στο κέντρο της πόλης, την αναζητούσα πριν λίγες μέρες και εγώ, όχι στις παρυφές της και τις πράσινες παρενθέσεις τους, αλλά σε μια μοναχική περιδιάβαση στους κεντρικούς της οδικούς άξονες, στον πυκνοδομημένο ιστό της, εκεί που η εαρινή οπτασία σπανίζει. Η οικιστική δυναμική της Πόθιας άλλαξε εδώ και πολλά χρόνια το αστικό τοπίο του κέντρου της, τη γεωγραφία του. Η πυκνή δόμηση, τα τριώροφα και τετραώροφα κτίρια, εξαφάνισαν απομεινάρια από κήπους, αυλές και υπολείμματα περιβολιών. Ότι απόμεινε βρίσκεται στους παράδρομους, στις γειτονιές με τα δαιδαλώδη τσιμεντένια δρομάκια, παρέα με τα λιγοστά νεοκλασικά σπίτια που γλύτωσαν τις «ανακαινίσεις».
Ανέβαινα από την παραλία πριν κάποιες μέρες, αρχές Απρίλη, απομεσήμερο, τον κεντρικό εμπορικό δρόμο που καθιερώθηκε ως άνοδος οχημάτων. Με συνόδευε η πρώιμη ανοιξιάτικη ζέστη των 22 βαθμών, ανάκατα με τις μυρωδιές των ψητοπωλείων, τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, την οσμή του ψημένου καφέ από τις καφετέριες. Άθελα ανακαλείται στο νου, η μορφή του δρόμου στον οποίο πρωτοκατοίκησα πριν σαράντα τόσα χρόνια, ανεξίτηλο υδατογράφημα μνήμης. Βλέπω (κι ας μην υπάρχουν πια) αραδιασμένες τις λεμονιές, ένθεν και ένθεν του δρόμου, με τα μικρά κιτρινόλευκα ανθάκια, τις κατάφορτες ακακίες με λουλούδια σαν μεγάλα τσαμπιά, να ζαλίζουν με τις μυρωδιές περαστικούς και οχήματα. Όμως η ζώσα πραγματικότητα σε προσγειώνει στο σήμερα. Στο δεξί πεζοδρόμιο, λίγο πριν το κτίριο που στέγαζε την πάλαι ποτέ Τράπεζα Δωδεκανήσου, τα λιγοστά τραπεζάκια της εκεί καφετέριας έχουν για τέντα ένα πυκνό φύλλωμα περικοκλάδας που αναρριχάται από το πουθενά. Νιώθω την παρουσία του, την κεντημένη σκιά του, σαν το μοναδικό απομεινάρι του πράσινου, στο άδενδρο τοπίο του κεντρικού εμπορικού μας δρόμου.
Πλέον παρήγορη η εικόνα στο δρόμο της καθόδου, τον παράπλευρο οδικό άξονα με τις πολλές στροφές. Σε συντροφεύουν δροσερές οάσεις στις αυλές δύο-τριών σπιτιών που ξέφυγαν τον πυρετό της «αξιοποίησης» και που οι αισθήσεις παίρνουν κεφάλι από την εμπορική λογική. Στην τελευταία στροφή πριν την ευθεία προς την παραλία, στη γωνία του κτιρίου της Τράπεζας Πειραιώς, ντυμένης με μια μικρή πράσινη παρένθεση, τα κλωνιά μιας μπουκαμβίλιας, κατακόκκινοι θύσανοι, δοξάζουν την άνοιξη πάνω στο σιδερένιο σκελετό ενός γειτονικού υπαίθριου πάρκιν.
Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς με πολλούς τρόπους για την πόλη μας τον Απρίλη, την πόλη που έχει τη δική της εκδοχή για το έαρ, τη δική της μυρωδιά, τη δική της στολισμένη είσοδο, όπως ο καταπράσινος κήπος στο σταυροδρόμι, λίγο πριν το κτίριο του Ταχυδρομείου. Μια παρένθετη κουτσουπιά, ανάμεσα στα άλλα πανύψηλα δέντρα του, αιχμαλώτιζε τη ματιά του περαστικού, πριν λίγες μέρες ακόμα, με μωβ και λιλά στίγματα, καλωσορίζοντας την άνοιξη σαν απόκοσμη οπτασία.
Κάλυμνος, τέλος Απρίλη 2014.

(ioannispatellis@hotmail.com)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s