Η Φανερωμένη Σκυλλά αφηγείται: «ΕΡΧΟΜΑΤΑ. Κάθε χρόνο αρχές Σεπτέμβρη όλο το νησί βρισκόταν σε επίταξη. Όλοι ετοιμάζονταν για τον ερχομό των σφουγγαράδων. Οι γυναίκες και η μάνα μου σιγοτραγουδούσαν, ( πότε θα έρθει του Σταυρού, να ‘ρθει του Αι Νικήτα, να ’ρθουν να ξεμπαρκάρουνε Καλύμνικα καΐκια). Το πρόσωπο της μάνας μου ήταν πιο ήρεμο, γεμάτο προσμονή. Όλες οι νοικοκυρές άρχιζαν τις δουλειές και ασβέστωναν τα πάντα, τα σπίτια μέσα έξω, τις σκάλες τα κουμούλια, έβαζαν και λουλάκι και έβλεπες παντού λευκά και λουλακιά ασβεστώματα -όλο το νησί άστραφτε. Η μάνα μου μέσα στο σπίτι στις ξύλινες μεσές, κρεμούσε μέσα στα δίχτυα -τα λεγόμενα κρεμαστάρια, πεπόνια καρπούζια, φραγκόσυκα, για να αερίζονται και να διατηρηθούν μέχρι να ’ρθει το καΐκι μας, να κατεβάσουμε να φάνε να δροσιστούν ο πατέρας μου και ο αδελφός μου. Εγώ είχα το δικό μου κρεμαστάρι για τον αδελφό μου. Ότι χαρζιλίκι μπορούσα να βρω, αγόραζα καραμέλες, γλειφιτζούρια, και μπισκότα, και τα έβαζα στο δικό μου δίχτυ που κρεμούσα στις μεσές. Κάθε μέρα το έβλεπα και ένιωθα χαρά. Επιτέλους, έφτανε του Αι Νικήτα και τα καΐκια ερχόντουσαν καθημερινώς. Κάποια όμως καθυστερούσαν, γιατί η γαλήνια θάλασσα του Σεπτέμβρη ωθούσε πολλούς στο να μαζεύουν όσα περισσότερα σφουγγάρια έβρισκαν στον δρόμο τους. Η ματιά των γυναικών τώρα πια στην θάλασσα. Η γειτονιά όμως που αντίκριζε πρώτη τα καΐκια ήταν ο Άγιος Στέφανος, η γειτονιά μου. Ήταν το παρατηρητήριο, μαζί με τον Άγιο Νικόλαο οι βιγλάτορες. Όλες οι σφουγγαράδικες οικογένειες ήταν σκορπισμένες σ’ ολόκληρο το νησί, οι περισσότερες όμως ήσαν στην Χώρα. Έπρεπε λοιπόν οι γυναίκες αυτές να ειδοποιηθούν για τον ερχομό των δικών τους ανθρώπων. Η μάνα μου καθόταν στο παράθυρο από το χάραμα, να κοιτάζει με αγωνία την θάλασσα. Να κάνει όλη μέρα δουλειές και ξανά πάλι στο παράθυρο. Όταν έβλεπε την θάλασσα φουρτουνιασμένη, φουρτούνιαζαν και τα μάτια της. Εγώ ήξερα τι έπρεπε να κάνω, το έκανα κάθε χρόνο. Έπαιρνα ένα μπουκάλι λάδι και πήγαινα στον μικρό Χριστό, πίσω από την Μητρόπολη. Έπαιρνα το καντήλι που άναβε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, πήγαινα κάτω από το Δημαρχείο στην θάλασσα στο κορδόνι, και έριχνα μέσα το λάδι, παρακαλώντας να κάνει την θάλασσα, λαδιά, σαν το λάδι που είχα ρίξει, να γίνει ο καιρός καλός αρμενιστάικος. Όταν το καΐκι του πατέρα μου ερχόταν επιτέλους, το έβλεπε πρώτη η μάνα μου, πρωί πρωί. Μας ξυπνούσε η δυνατή, χαρούμενη στριγλιά της ( το καϊκι-ι-ι). Εγώ και η αδελφή μου όρθιες γρήγορα στην ταράτσα. Επιτέλους έρχονταν. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά, ένιωθα χαρά για όλα τα καΐκια κάθε μέρα, όμως για το δικό μας το συναίσθημα ήταν πιο δυνατό κι έντονο. Η πρώτη δουλειά εμένα και της αδελφής μου ήταν να τρέξουμε στην εκκλησία να κτυπήσουμε την καμπάνα. Η σημαία ήταν ψηλά, όλοι ήταν καλά. Τι χαρά ήταν αυτή, κτυπούσα την καμπάνα και ένιωθα έκσταση, ένα συναίσθημα έντονο, δυνατό, χαρούμενο, μοναδικό». *Από το βιβλίο «Η σφουγγάρι ή τομάρι» -Η ζωή των σφουγγαράδων της Καλύμνου μέσα από αληθινές μαρτυρίες, της Φανερωμένης Χαλκιδιού-Σκυλλά, Κάλυμνος 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s