Γράφει η Νίνα Γεωργιάδου

refugees-are-human-beings-oki«Η Μαχά ζει και είναι καλά σε στρατόπεδο της Ολλανδίας»
Μόλις έγραψα την πρόταση, για να ενημερώσω και τους άλλους που δουλεύουν στον καταυλισμό, σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Σα να μην είχα συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα τι συμβαίνει. Σα να ορθώθηκε μπροστά  μου  η ίδια η Ιστορία και να μου έλεγε, «Για μένα μιλάς, το καταλαβαίνεις;»

Στο καθημερινό μας λεξιλόγιο πέρασαν λέξεις και φράσεις που, μέχρι πριν λίγο, ήταν καταχωνιασμένες  στις σελίδες ιστορικού βιβλίου. Μόνο που το βιβλίο αυτό έπαψε να είναι βιβλίο,  απέχτησε ψηλούς φράχτες, αγκαθωτά σύρματα, φυλάκια και οπλισμένους φύλακες κι έγινε μέρος της ζωής μας. Και μέσα είναι η Μαχά και ο Καρίμ. Και πάλι καλά, είναι οι τυχεροί της υπόθεσης γιατί δεν τους πυρπόλησε η νάρκη και δεν τους κατάπιε η θάλασσα. Πατούν σε στέρεη γη και ο ουρανός δε βρέχει βόμβες.

«Αγνοείται η τύχη της Σάζα και του γιου της Σουλεϊμάν από το Χαλέπι της Συρίας. Τους αναζητά η οικογένειά τους…». Ό,τι απέμεινε, δηλαδή, απ’ αυτήν.

Μικρό παιδί, στη δεκαετία του ‘60 καθόμουν, άλαλη, μπροστά στο ξύλινο ραδιόφωνο με τη φωτεινή πλάκα, την τρεχάμενη βελόνα  και τη σγουρή αντένα που σκαρφάλωνε ως το κουρτινόξυλο. Άκουγα τις «αναζητήσεις μέσω του Ερυθρού Σταυρού» και ανατρίχιαζα σύγκορμη. Πώς. αυτή η αδερφή που τώρα αναζητά τον αδερφό της, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει σφιχτά από το χέρι για να μη χαθεί μέσα στο «συνωστισμό»  της φλεγόμενης πόλης; Και πώς γίνεται να απομένει μονάχο του ένα κλαρί, σ’ αυτό τον απέραντο κόσμο και να αναζητά τις ρίζες του όταν ολόκληρο το δέντρο τσακίστηκε κάτω από τη μάνητα  του πολέμου;

Είναι μήνες τώρα που έχω την αίσθηση ότι ζω σ’ ένα παράλληλο κόσμο. Από μακριά έρχεται η βουή μιας άλλης καθημερινότητας που μου είναι μακρινή και αδιάφορη. «ο δήμαρχος υποσχέθηκε…ναι, έκανε δακτύλιο στομάχου γιατί είχε πάρει πολλά κιλά…μα τι λες τώρα, τόσο ωραίο κρετόν και ταιριάζει με το χρώμα του τοίχου…», οι μουσικές από γαμήλια γλέντια, «χιουμοριστικές» εκπομπές πιο παγωμένες και απ’ τα τοπία της Αρκτικής, κάτι καμένα σχόλια, «γιατί δεν έμειναν στην πατρίδα τους να πολέμήσουν» Και ακολουθεί συνήθως η ξεραστική επωδός, «όπως εμείς». Κι αυτό συνήθως το «εμείς» έχει βλέμμα νωθρό, φωνή επίπεδη και τη στάμπα μιας κυνικής αδιαφορίας που αγγίζει τα όρια του νεκροζώντανου.

Μου είναι αδιάφορες  και οι ξεκαρδιστικές επιχειρηματολογίες της «πρώτη φορά Αριστεράς», εξίσου όσο της είμαι αδιάφορη εγώ και οι αγωνίες των ανθρώπων της τάξης μου. Πέρασαν τα προεκλογικά debate και δεν μου έκανε κέφι να δω ούτε δυο λεπτά παρωδίας. Το βράδυ των εκλογικών αποτελεσμάτων, η περιέργεια μου για την κατανομή της εκλογικής πίτας ήταν πατωμένη στο ναδίρ. Όχι γιατί ξαφνικά έγινα ένας απολίτικος άνθρωπος αλλά γιατί δεν αντέχω πια άλλο δούλεμα, ούτε άλλη κοινοβουλευτική αυταπάτη, ούτε άλλα δημοκρατικοφανή ανέκδοτα. Σιχάθηκα να είμαι ο «κυρίαρχος λαός». Έχω μουδιάσει τόσα χρόνια μέσα σ’ αυτό το κουκούλι. Δεν θέλω να πεθάνω κάμπια.

Μου είναι αδιάφορα και τα σχόλια των «πολύ πολιτικοποιημένων» φίλων , «ξέρεις, αυτό που κάνετε είναι φιλανθρωπία κι όχι πολιτική πράξη». Αναρωτιέμαι μόνο πόση ιστορία πρέπει να φάμε στη μούρη ξανά για να περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη. Και πόση πολιτική τάχα επαγρύπνηση χρειάζεται για να μπορείς να καταγγέλλεις το θύτη αλλά να στηρίζεις και το θύμα. Πού πήγαν κάτι βαρβάτοι ρήτορες «περί λαϊκής αλληλεγγύης» και ιστορικής ανταπόδοσης; Σάμπως δεν είναι τα θύματα του πολέμου οι πιο ακραίες όψεις του ίδιου απάνθρωπου συστήματος που ξεδιάντροπα τρέφει με φτηνό κρέας τις μηχανές των εργοστασίων του και ποτίζει με άφθονο αίμα τις κάνες των όπλων του; Κι αν πάψει, όποιος έχει συνειδητοποιήσει πώς δουλεύει αυτό το σύστημα, με το στόμα να καταγγέλλει την παλιανθρωπιά του, με το ένα χέρι να το χτυπά και με τ’ άλλο να ακουμπά το θύμα, τότε ποιος θα το κάνει;

Βουίζει ο παράλληλος κόσμος κι από ένα λεφούσι μαυραγορίτες που βρήκαν την ευκαιρία για να πιάσουν την καλή. «Να τα φάει δηλαδή όλα ο λαθρέμπορας με το τρύπιο φουσκωτό; Μαλάκας είμαι εγώ; Θέλεις φόρτιση του κινητού; Θα το πληρώσεις, φίλε.  Five euro.  And five more for this bottle of water. Δε φτάνει δηλαδή που σε βάζω στο μαγαζί και πρέπει να βλέπω δεξιά, αριστερά μη με κατακλέψεις, θα σου δίνω και το ρεύμα τζάπα;» Αυτή η κατηγορία έμβιων του παράλληλου κόσμου είναι δίποδη, στέκεται σε όρθια στάση, ομιλεί ενίοτε και την Αγγλική, με καλή γνώση των αριθμών και των νομισματικών αντιστοιχιών. «Τους πληρώνουμε το πετρέλαιο χρυσάφι; Ε θα πληρώσουν το νερό λοιπόν σαν πετρέλαιo». Με αυτή την οικονομολογική εμβρίθεια και την κοινωνική ευαισθησία, από τον καιρό της Κατοχής, αυγαταίνουν τον παρά, ενώ συγχρόνως αισθάνονται και πολύ πατριώτες.

Το βουητό του παράλληλου κόσμου γίνεται φωνασκίες και οχλοβοή μέσα στα συμβούλια των τοπικών αρχόντων, απ’ όπου κανείς, μα κανείς δεν εξέρχεται στον πραγματικό κόσμο των μπουκωμένων σκουπιδότοπων, των φραγμένων φρεατίων, των σκαμμένων δρόμων, των ετοιμόρροπων κτιρίων, πολύ δε περισσότερο των άθλια βιούντων προσφύγων. Προστατευμένοι από ένα χοντρό τσόφλι αναισθησίας, μετακινούνται από συμβούλιο σε συμβούλιο, σαν απόκοσμοι μοναχοί, αδιάφοροι για τα εγκόσμια. Ενίοτε, αν εμφανισθεί κάποιος δωρητής με στιβαρό πορτοφόλι ωθούνται μπροστά στο φωτογραφικό φακό ποιος θα απαθανατίσει το πιο προσφυγόφιλο προφίλ.

Και συνεχίζει να έρχεται από μακριά το βουητό του παράλληλου κόσμου, γυμνού και παγωμένου. Ψαλμωδίες και ευχέλαια περί σωτηρίας των ψυχών, περί αγάπης για των ομόθρησκο, ομοαίματο πλησίον – και αυτή υποκριτική και μικρόψυχη – και κατά τα άλλα, μια ταλάντωση από την αδιαφορία στο μίσος για  όλους τους άλλους. Αυτούς τους «άλλους», τους ξένους, τους επικίνδυνους, τους βρώμικους, τους εισβολείς, από τους οποίους «κινδυνεύει η πατρίς και η θρησκεία». Κλειστά κελιά, σφραγισμένα μυαλά και κλειδαμπαρωμένες καρδιές.

Και πιο πίσω, στο βουητό του παράλληλου κόσμου, ακούγεται το νυχτερινό ουρλιαχτό της ύαινας. Της γκρίζας, στικτής με τον αγκυλωτό σταυρό, νυκτόβιας σαρκοβόρας, της συνομοταξίας των δοσίλογων φασιστοειδών. Της ατίμωσης του ανθρώπινου γένους, που ξαναβγήκε παγανιά και μάλιστα ανέβηκε και στο βάθρο των νικητών του ελληνικού κοινοβουλίου. Αυτοί πια κι αν ουρλιάζουν για τα «όσια και τα ιερά» και για τους «βρωμιάρηδες εισβολείς».

Ακούγονται όλα μακρινά, την ίδια στιγμή που μου τρυπάνε το τύμπανο.

Αφήνω το βουητό του παράλληλου κόσμου να χάνεται μέσα στο λαβύρινθο του αυτιού μου και κρατώ την καθαρή ακοή για τη φωνή του Γιάννη, «30 άτομα από το Κομπάνι, βρεγμένα ως το κόκκαλο». Για το μήνυμα της Ευτυχίας, «φέρε κουβέρτες από την αποθήκη, τρέμουν σαν τα ψάρια». Για το τηλεφώνημα του Μωχάμετ, «έφτασα στην Ειδομένη. Το βράδυ περνάω τα σύνορα, ευχαριστώ»

Ο σημερινός μου παράλληλος κόσμος στεγάζεται δίπλα στη θάλασσα, στο χώρο παλιού σφαγείου. Στο βάθος του κρέμονται ακόμα τα τσιγκέλια παλιών σφάγιων, μα ευτυχώς έχει ξεθωριάσει η μυρωδιά του αίματος από τη θαλασσινή αύρα.  Έχει πολλά χέρια υψωμένα για το καθημερινό ψωμί και τη μισογεμάτη κουραμάνα και μάτια διεσταλμένα από το φόβο και την προσδοκία.

Είναι τόσο μικρός και τόσος μέγας ο σημερινός μου κόσμος, όσο αυτή η ελάχιστη παράγραφος.

Κάλυμνος, 10/10/2015

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s