222

Το σκίτσο είναι του Συνδέσμου Φιλολόγων Πιερίας

Ένα από τα τρία Λύκεια που βραβεύτηκαν από τις εκδόσεις «Πατάκη» στο πλαίσιο του 8ου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού, είναι το 2ο Λύκειο Καλύμνου, με έπαθλο την ενίσχυση της σχολικής του βιβλιοθήκης με βιβλία (λογοτεχνικά και εκπαιδευτικά) που θα επιλέξουν οι ίδιοι οι μαθητές συνολικής αξίας 450 ευρώ

Η πλειονότητα των μαθητών επέλεξε να εκφραστεί λογοτεχνικά για το δράμα των προσφύγων, γράφοντας ποιήματα και διηγήματα για την προσφυγιά που συγκλονίζουν, με τα παιδιά να μπαίνουν στη θέση των συνανθρώπων τους που αναγκάζονται να ξενιτευτούν για να γλιτώσουν από τον παραλογισμό του πολέμου, που προτιμούν να πέσουν στη θάλασσα μέσα σε ένα σάπιο σκαρί, για να ζήσουν ελεύθεροι ανάμεσα σε ξένους που τους υποτιμούν κι ας είναι ενδεχομένως «καλύτεροί» τους.

Η καθηγήτρια του 2ου Λυκείου Καλύμνου κ. Ελένη Φλωριανού μιλά στο “Kalymnosola” για τη συμμετοχή των μαθητών στον διαγωνισμό, αλλά και για την αλληλεγγύη των παιδιών προς τους συνανθρώπους τους, όλο το προηγούμενο διάστημα που η Κάλυμνος υποδέχονταν καθημερινά εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες:

13230896_10204727563868887_1792409409_o

Ζωγραφιά προσφυγόπουλου στο καταφύγιο της Καλύμνου με κυρίαρχο το βομβαρδιστικό αεροπλάνο

«Στα πλαίσια της δημιουργικής γραφής στο μάθημα της λογοτεχνίας ασχοληθήκαμε φέτος με το προσφυγικό πρόβλημα, αφού το νησί μας φιλοξένησε και φιλοξενεί ανθρώπους που αγωνίζονται για μια ευκαιρία στη ζωή, ανθρώπους κατατρεγμένους από τον πόλεμο, τη βία και τη φτώχεια.

Δυστυχώς γίναμε μάρτυρες πολλών ναυαγίων, συγκλονιστήκαμε από το θρήνο ανθρώπων που αποχαιρέτησαν για πάντα τους αγαπημένους τους στο μουσουλμανικό νεκροταφείο της Κω, αλλά και από όσους δεν είχαν καν την ευκαιρία να τους θάψουν, αφού πολλές σοροί παραμένουν ακόμα κάπου στο βυθό της θάλασσας, ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

Κι όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, τόσο τα καραβάνια των απελπισμένων προσπαθούν να περάσουν στην Ευρώπη, που κρατά ερμητικά κλειστά τα σύνορά της και η οποία (με την τελευταία επαίσχυντη συμφωνία Ελλάδας-Τουρκίας- ΕΕ)  μετέτρεψε την χώρα μας σε αποθήκη ανθρώπινων ψυχών, που στιβάζονται φρουρούμενοι σε κέντρα κράτησης μέχρι να απελαθούν.

Μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της «Ευρώπης του διαφωτισμού».

13187850_10204727559828786_1965715414_n

Προσφυγάκια στο καταφύγιο της Καλύμνου χαμογελούν μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο

Στα πλαίσια αυτά, οι μαθητές μας κινητοποιήθηκαν να προσφέρουν είδη πρώτης ανάγκης στην Ομάδα στήριξης προσφύγων και μεταναστών Καλύμνου, να προσφέρουν λίγο από τον ελεύθερο χρόνο τους δουλέυοντας εθελοντικά στην αποθήκη ρούχων της παραπάνω ομάδας, φτιάχνοντας πακέτα για τους πρόσφυγες, παρακολούθησαν ενημερωτικό ντοκιμαντέρ για τα αίτια του πολέμου και το δράμα των προσφύγων, γνώρισαν τη δράση της Ομάδας στήριξης μεταναστών και Καλύμνου σε παρουσίαση που έγινε στο σχολείο μας από το προσκεκλημένο μέλος της Ομάδας κ. Ευτυχία Μπούκη.

Οι μαθητές μας- όπως άλλωστε και όλοι οι Καλύμνιοι- ανταποκρίθηκαν με μεγάλη ευαισθησία και αλληλεγγύη στο προσφυγικό ζήτημα και νιώθουμε πραγματικά ικανοποίηση ως εκπαιδευτικοί που μπορέσαμε να τους ευαισθητοποιήσουμε, παρά τις ξενοφοβικές και ισλαμοφοβικές φωνές που ακούγονται- ευτυχώς μεμονωμένα.

Συμμετέχοντας στον 8ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό των εκδόσεων Πατάκη με ελεύθερο θέμα (διήγημα ή ποίημα) η πλειοψηφία των μαθητών (και από τις 3 τάξεις) επέλεξε να εκφραστεί λογοτεχνικά για το δράμα των προσφύγων.

Τα κείμενά τους αποτέλεσαν μια αυθεντική και αυθόρμητη κατάθεση ψυχής, που τους έδωσε το βραβείο στον διαγωνισμό. Συνολικά βραβεύτηκαν 3 σχολεία από όλη την Ελλάδα, ένα δημοτικό σχολείο της Κρήτης, ένα γυμνάσιο της Αθήνας και το 2ο Λύκειο Καλύμνου. Το έπαθλο είναι η ενίσχυση της σχολικής μας βιβλιοθήκης με βιβλία (λογοτεχνικά και εκπαιδευτικά) που θα επιλέξουν οι ίδιοι οι μαθητές συνολικής αξίας 450 ευρώ». 

Δημοσιεύουμε ενδεικτικά κάποια από τα κείμενα των παιδιών που διακρίθηκαν:

«Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΖΑΚΕΤΑ» / Άννα Καραντώνη, Β΄λυκείου

«Μαμά, πού είσαι μαμά; Κρυώνω μαμά, είναι βράδυ και ακόμα σε ψάχνουν…Μα πού είσαι; Η Σιλά αποκοιμήθηκε κουρασμένη. Την είδες; Την καμάρωσες; Ήταν πιο δυνατή απ’ ό,τι πιστεύαμε. Κολύμπησε για πρώτη φορά απόψε στην πιο άγρια και μαύρη θάλασσα γαντζωμένη σ’ένα ξύλο. Και τα κατάφερε! Εσείς, μάμα; Τα καταφέρατε; Και αν τα καταφέρατε, γιατί δεν είστε εδώ μαζί μας; Πώς αντέξατε να μας αφήσετε; Μα, όχι… δεν θα το κάνατε ποτέ..Όταν σας χρειαζόμασταν ήσασταν πάντα εκεί..Ίσως τώρα να μας χρειάζεστε εσείς.. Έρχομαι, μαμά, να σας βρω..Μου είπαν να περιμένω μέχρι αύριο, να ολοκληρωθούν οι έρευνες. Μπορεί, μου είπαν, να σας έχουν στο νοσοκομείο. Δεν μπορώ να περιμένω. Βγαίνω τώρα, που είναι σκοτάδι και δεν θα με δει κανείς. Πώς θα βρω το νοσοκομείο; Το νησί όλο κοιμάται, οι δρόμοι είναι σκοτεινοί, οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μου, δεν καταλαβαίνουν την αγωνία μου..

Βγαίνω στο δρόμο. Ίσα που μπορώ να διακρίνω κάτι παλιές, σκουριασμένες πινακίδες με ένα βέλος, που γράφουν «To the hospital». Δεν θα πέρναγε ποτέ από το μυαλό μου πως, αντί να ψάχναμε μαζί το χάρτη για να χαράξουμε την πορεία μας προς Γερμανία, θα έψαχνα μόνος μου μέσα στη νύχτα να σας βρω στο «hospital» κάποιου ελληνικού νησιού, που δεν ξέρω καν το όνομά του. Ακολουθώ μουδιασμένος τις πινακίδες. Σε κάθε βήμα νιώθω όλο και πιο κοντά σας.

Περπατώντας στα άδεια σοκάκια, θυμάμαι τον μπαμπά να χώνει ένα σακουλάκι με χρήματα στη ζώνη της μικρής. Την ώρα που όλοι προσεύχονταν, έκλαιγαν, ούρλιαζαν, έστελναν μηνύματα απόγνωσης για μια βοήθεια που δεν ήρθε ποτέ. Την ώρα που βλέπαμε πολύ μακριά φωτάκια από καϊκια, που ποτέ δεν πλησίασαν, την ώρα που μούσκευαν τα πόδια μας από τα νερά που ανέβαιναν απειλητικά μέσα στη βάρκα.. Πρώτη φορά είδα εσένα, έναν τόσο σπουδαίο και γεροδεμένο άντρα να φοβάται. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να φοβηθείς…

Νομίζω χάθηκα. Δεν βλέπω πια πινακίδες. Συνεχίζω να περπατώ… Ένα φως λάμπει στην άκρη του δρόμου. Σχεδόν φτάνω, είμαι σίγουρος ότι είστε εκεί. Βλέπω την είσοδο του μεγάλου κτιρίου μπροστά μου, όμως δεν θα μπω από εκεί. Στο βάθος βλέπω ανθρώπους με άσπρες ποδιές και μάσκες να τρέχουν πανικόβλητοι. Δεν πρέπει να με δουν. Θα με γυρίσουν πίσω στο κέντρο υποδοχής. Δεξιά μου υπάρχει ένα ακόμη μικρό κτίριο, σχεδόν καλυμμένο από ένα μεγάλο σωρό ρούχα. Δίπλα τους πεταμένα και μερικά πορτοκαλί σωσίβια. Εκεί είστε λοιπόν; Ψάχνω με μανία τα βρεγμένα ρούχα. Μυρίζουν ακόμα θάλασσα και φόβο. Κάθε ρούχο που αγγίζω και μια ψυχή που δεν κατάφερε να γλυτώσει από το καταραμένο σαπιοκάραβο. Ένα κόκκινο παντελονάκι. Το θυμάμαι να το φορά ο μικρός Αμπτουλά, που γελούσε ανέμελος στην αγκαλιά του πατέρα του…

Κι εμείς γελούσαμε με το μωρό, και οι μεγάλοι χαμογελούσαν με ανακούφιση όταν έφτασε το σκάφος που θα μας έπαιρνε από το Μπόντρουμ. Όλοι νιώθαμε ευγνωμοσύνη στον Αλλάχ που θα μας πρόσφερε μια καινούρια, ειρηνική ζωή χωρίς φόβο. Όμως το σκάφος δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Τα απομεινάρια του θα βολοδέρνουν τώρα στον πάτο της παγωμένης, χειμωνιάτικης θάλασσας. Μαζί με δεκάδες ανθρώπους των οποίων τα ρούχα στεγνώνουν στα χέρια μου αυτή τη στιγμή. Και τα δικά σας, εδώ, μαμά. Η αγαπημένη σου πράσινη ζακέτα, η μαντήλα σου. Ό,τι απόμεινε από σένα. Μια πράσινη ζακέτα και μια μαντήλα.

Θα τα φορέσω, θα ζήσετε μαζί μου, κοντά μου, πάνω μου..»


« ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΕΠΟΧΗΣ» / Λευτέρης Πεταλάς, Γ’ λυκείου

Οι βόμβες τους είναι βαριές, το αίμα πάλι όχι.

Η καταστροφή είναι βαριά, η προσφυγιά πάλι όχι.

Η καρδιά τους είναι βαριά, ο διωγμός τους πάλι όχι.

Η πείνα είναι βαριά, η εξαθλίωσή τους όχι.

Τα βάσανα είναι βαριά, το κλάμα των παιδιών τους όχι.

Ο θάνατος είναι βαρύς, ο πνιγμός τους πάλι όχι.

Η περιφρόνηση είναι βαριά, ο εξευτελισμός τους όχι.

Η φυλακή είναι βαριά, τα σύρματα στα σύνορα όχι.

Η απανθρωπιά είναι βαριά, οι απάνθρωποι πάλι όχι.

Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η στήριξη, το τέλος του πολέμου

Δεν είναι εφικτά… γιατί όχι;

(Κάτι δεν πάει καλά. Κάτι δεν έχει λογική. Ή μήπως όχι;)


«ΝΟΥΜΕΡΟ 41» / Μάγκου Έλενα, Β’ λυκείου

Ξεκίνησα από τον τόπο μου, μονάχος και μικρός.

Ταξίδι μακρινό για νέα πατρίδα.

Το μέλλον για μένα πλέον ήταν αβέβαιο.

«Τι να με περιμένει άραγε;»

Χωρίς πατρίδα, χωρίς οικογένεια,

Μόνη μου πυξίδα η καρδιά μου

Και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Πέρασα βουνά, πέρασα λόφους,

Πέρασα θάλασσες και κύματα.

Έφτασα σε τόπους άγνωστους,

Γνώρισα ανθρώπους σκληρούς, καλούς, πονεμένους, άγριους.

Έφτασε η ώρα να μπω κι εγώ στην βάρκα, μαζί με άλλους εβδομήντα.

Μου έδωσαν το νούμερο 41. Δεν είχα πια όνομα, δεν είχα πια οντότητα.

Μου φόρεσαν ένα πορτοκαλί σωσίβιο.

Θα έφτανα σε μια ελληνική στεριά,

Θα έμπαινα στην ουρά να καταγραφώ. Θα ήμουν το νούμερο 41.

Θα έμπαινα στην ουρά για συσσίτιο. Θα ήμουν το νούμερο 41.

Θα έμπαινα στην ουρά για αποτυπώματα. Θα ήμουν το νούμερο 41.

Δεν τα κατάφερα. Η θάλασσα ήταν άγρια. Και σκοτεινή.

Τώρα βρίσκομαι τυλιγμένος με λευκά πανιά.

Μέσα στο νοτισμένο χώμα, δίπλα σε δεκάδες νεκρούς.

Σε μια άκρη ενός νεκροταφείου της Λέσβου.

Κανείς δεν έμαθε ποιος ήμουν. Κι ούτε θα μάθει ποτέ.

Στην ξύλινη πινακίδα πάνω από το μνήμα γράφει μόνο «Νούμερο 41»


«ΣΩΣΙΒΙΑ» / Μαρία Καμπούρη, Β’λυκείου

Ο Αϋλάν μας χαιρετά από το βάθος του πελάγους.

Κάτασπρο κυματίζει το πανί.

Κατακόκκινη η βάρκα του μικρού Αϋλάν.

Ένα κούφιο σωσίβιο,

με γεμάτες ελπίδες,

με τρύπια από τις βόμβες όνειρα

και τα ματωμένα δάκρυα της χαροκαμένης μάνας

αποχαιρετούν το μικρό Αϋλάν.

Χορεύει πάνω στα κύματα ο Αϋλάν.

Μα δεν υπάρχουν πια κύματα.

Μόνο γκρεμισμένα όνειρα και τουμπανιασμένα κορμιά.

Να κι ο φίλος του Αϋλάν,

ο μικρός Μιχάλης.

Από το λιμάνι της Σμύρνης που φλεγόταν.

Γραπώθηκε στο πορτοκαλί σωσίβιο του Αϋλάν.


«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ» / Φίλιππος Παντελής, Γ΄λυκείου

Τρία μερόνυχτα στη θάλασσα να μαγευόμαστε από το απέραντο γαλάζιο. Μια μαγεία σκοτεινή, που με μανία μας στριμώχνει μέσα στο φουσκωτό με την αθόρυβη μηχανή.
Μια μηχανή δίχως ήχο, δίχως κύμα στο διάβα της. Αθόρυβα και μυστικά. Όπως αθόρυβη και μυστική πρέπει να είναι η ύπαρξή μας. Λαθραία.
Ερχόμαστε απρόσκλητοι σ΄αυτόν τον τόπο. Είμαστε η απειλή. Είμαστε οι ξένοι. Θα κλέψουμε τη γη τους, θα κλέψουμε τις δουλειές τους, θα κλέψουμε τη θρησκεία τους. Είμαστε οι ξένοι. Με το πιο σκούρο δέρμα μας, την παράξενη γλώσσα μας, τις παράξενες συνήθειές μας.
Για την ιστορία που κουβαλάει ο καθένας μας δεν ξέρει κανείς. Ούτε κι έχει διάθεση να μάθει. Εμείς τα συζητούσαμε την πρώτη μέρα μέσα στη βάρκα, πριν προλάβει η πείνα και η κακουχία να κυριεύσει το μυαλό.
Η μια ζωή πιο θλιβερή από την άλλη. Άλλος έχασε το σπίτι του, άλλος τη δουλειά του, άλλος έχασε το παιδί του, άλλος τη γυναίκα του, άλλος το κουράγιο.
Όλοι μας όμως είχαμε ένα κοινό: νιώθαμε μόνοι σ΄αυτόν τον κόσμο. Μόνοι και λαθραίοι. Σαν τα βλαβερά ζιζάνια που φυτρώνουν στον κήπο της ξένης ευδαιμονίας.
Μόνη μας ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αυτό το φουσκωτό με την αθόρυβη μηχανή. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Για μέρες, για χρόνια, για αιώνες. Πάντοτε ίδιο. Το ίδιο αθόρυβο, το ίδιο λαθραίο, το ίδιο επικίνδυνο. Και το ταξίδι συνεχίζεται…


«ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ» / Σαββίνα Χρυσάκη, Γ΄λυκείου

Κουράστηκα πια! Χόρτασα!
Άντρες, γυναίκες, παιδιά.
Μα τα παιδιά δεν τα χώνεψα…

Κάθε μέρα δεκάδες. Δεκάδες πτώματα.
Φώναζαν, ούρλιαζαν, πάλευαν μαζί μου.
Τους λυπήθηκα. Μα δεν μπορούσα να τους σώσω.

Μάνα που έχανε το παιδί της.
Ο άντρας τη γυναίκα του.
Αδελφός τον αδελφό.
Και όλοι μαζί έχαναν την ελπίδα.

Στα κύματά μου έσερνα,
-σαν ζώα που τους ξέσκιζαν το δέρμα-
Ανθρώπους απελπισμένους,
Βασανισμένους απ΄τη φωτιά του πολέμου
Και την αλμύρα του υγρού τους τάφου.

Κάποιους τους είδα να σώζονται.
Έφτασαν σε νέα πατρίδα, ξεγέλασαν τη μοίρα.
Το μέλλον τους αβέβαιο…

Εγώ όμως στενάζω για τους άλλους.
Πώς θα λογοδοτήσω στο θεό που μ’ έπλασε;
Πώς θα ξεβράζω πια- αντί για κοχύλια- ανθρώπινα κορμιά;
Έγινα κι εγώ συνυπεύθυνη, μαζί με σας.
Μαζί με σας που το προκαλέσατε.
Μαζί με σας που το ανέχεστε.

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s