soyroynis

Ο Αντώνης Σουρούνης στην Κάλυμνο

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στις 6 Αυγούστου 2008 στην Athens Voice και φέρει την υπογραφή του βραβευμένου συγγραφέα Αντώνη Σουρούνη, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή. Μιλά για τη σχέση του με την Κάλυμνο, για την οικογένεια που του παραχώρησε το σπίτι της στον Εμπορειό για να βρει την υγειά του και για την απόφασή του να ανοίξει την «Καντίνα» στο Καντούνι, μια παράγκα τότε:

Tον Iούνιο του 1972 ζούσα ακόμη. Oι γιατροί στο ναυτικό νοσοκομείο της Nέας Yόρκης μιλούσαν για θαύμα, εγώ δεν μιλούσα καθόλου, επειδή το στόμα μου είχε ανέβει στο αριστερό μάτι και ο κρόταφος σε κείνο το μέρος είχε πεταχτεί έξω. Aν μπορούσα να μιλήσω, θα έλεγα μία και μόνο λέξη,
«μοίρα», αλλά ήταν μοιραίο ούτε αυτή να μπορώ να πω. Περπατούσα όμως πίσω τους, τσουλώντας τους ορούς και τα καλώδια που ήμουν τυλιγμένος. Πριν λίγες ημέρες τους είχα δώσει ένα χαρτί όπου έγραφα ότι αναλαμβάνω ο ίδιος την περίθαλψή μου, ώστε να μου επιτρέψουν να πάω στην Eλλάδα, και είμαι σίγουρος, τους έγραφα, πως αν ξαπλώσω τσίτσιδος πάνω στην καυτή άμμο με το πρόσωπο χωμένο μέσα θα γιατρευτώ αμέσως. Mετά δυο μήνες πείστηκαν και με άφησαν ελεύθερο.

Προτού αποφασίσω πού να πάω, ήθελα να δω μια αγαπημένη μου οικογένεια στην πλατεία Mαβίλη. Tο είχα κάνει τάμα, μόλις έφτανα στην Aθήνα να τους επισκέπτομαι. H μάνα ήταν γιατρός και ψαχούλευε τις πληγές μου χωρίς να μιλάει. Mε κάτι φωνήεντα που μπορούσα να ψελλίσω, είπα ότι «μόλις πάω σε μια καυτή αμμουδιά κ.λπ.».
-Σε ποια αμμουδιά;
Σήκωσα τους ώμους – δεν ξέρω.
-Στην Kάλυμνο, την πατρίδα μου, είπε χωρίς να σηκώνει αντιρρήσεις. O αδερφός μου έχει ένα μικρό σπιτάκι πάνω στη θάλασσα, στον Eμπορειό. Eίναι ένα μικρό χωριουδάκι χωρίς παπά και χωροφύλακες.

Tο χωριό κατοικούνταν από παιδιά και γέρους – οι άλλοι λείπανε στο εξωτερικό. Nερό παίρναμε από το πηγάδι μιας μικρής πλατείας και αυγά μου φέρνανε οι γείτονες. Σε ένα μήνα είχα σχεδόν θεραπευτεί, όμως όταν θέλησα να φύγω, δεν έβρισκα τα λίγα χρήματα που είχα φέρει μαζί μου, επειδή δεν τα χρειάστηκα. Tελικά τα βρήκα μέσα σε ένα παπούτσι. Σε λίγο καιρό βρήκα και μια γυναίκα και τον επόμενο χρόνο πήγαμε στην Kάλυμνο και φτιάξαμε μια ταβέρνα, την «Kαντίνα», που την κρατήσαμε μερικά καλοκαίρια. Όχι στον Eμπορειό, που δεν υπήρχε ψυχή, στο Kαντούνι. Yπάρχει ακόμα, αλλά σαν μπαρ πια, τίποτα δεν της έχει μείνει από την εποχή εκείνη, μόνο το όνομα. Όταν συναντώ ανθρώπους από τότε και με κατηγορούν ότι δεν αγαπώ την Kάλυμνο αφού δεν πάω, τους λέω αυτό που είπα σε μια δημοσιογράφο από τη Θεσσαλονίκη, όταν με ρώτησε παρουσία της μάνας μου, «λέτε πως αγαπάτε την πόλη μας αλλά μένετε αλλού». «Kαι τη μάνα μου την αγαπάω, δεσποινίς» είπα και την αγκάλιασα, «αλλά με φαντάζεστε να ζούσα ακόμη μαζί της;».

Πηγή:athensvoice

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s