koylianos giorgosΚάθε φορά που πατάω το πόδι μου στην Κάλυμνο ψαλιδίζω σαν το σφουγγάρι όλες τις πραγματικές και νοητές αποστάσεις που με χωρίζουν από το πατρικό μου και τη μάνα.

 -Ποια είναι η γειτονιά των παιδικών σας χρόνων και τι θυμάστε ποιο έντονα από ’κείνη την εποχή;

Μεγάλωσα στην ενορία Αγ. Μάμαντος, αλλά οι μνήμες που έχω απ’ τις γειτονιές του είναι ελάχιστες. Ακόμα και σήμερα η γειτονιά μού είναι ελάχιστα οικεία. Τα παιδικά μου χρόνια είναι ζυμωμένα κυρίως με «καλοκαιρινά υλικά», αυτά που μου προσέφερε η Ψέριμος – το νησί καταγωγής της μητέρας μου – στην οποία, έως και τα φοιτητικά μου χρόνια, περνούσα όλες τις καλοκαιρινές διακοπές μου. Ολημερίς στον ήλιο και τη θάλασσα του υπέροχου, εκείνα τα χρόνια, νησιού. Εκεί η περιπέτεια, εκεί οι ηρωισμοί, τα πρώτα δειλά μας άλματα ως το μπόι των μεγάλων, εκεί και οι πρώτοι έρωτες… Αξέχαστα καλοκαίρια – για τα οποία θα μπορούσα να γράφω σελίδες –  σε μια παρθένα εκδοχή ανθρώπου και φύσης, εκδοχή που πολύ θα ήθελα να ζούσαν τα παιδιά μου.

 -Πόσο έχει αλλάξει η Κάλυμνος τα τελευταία είκοσι χρόνια;

Έχω την εντύπωση ότι το νησί ωριμάζει μέσα απ’ τις αντινομίες του τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μια σαφής ανάπτυξη των υποδομών του, ωστόσο υπάρχει μια, θα έλεγα, υστέρηση σε απτά δείγματα πολιτικών και κατευθύνσεων που θα το ενέτασσαν οργανικά στις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις. Το γεγονός ότι η τελευταία κρίση χτύπησε το νησί περισσότερο, θεωρώ, από οποιοδήποτε άλλο οφείλεται εν πολλοίς και σ’ αυτή την υστέρηση ή την «αβλεψία». Και βέβαια η γενικότερη καχεξία με τις πολλές εκφάνσεις της τρέφει αντικοινωνικές συμπεριφορές και υποθηκεύει την καθημερινότητα, όπως έχω την ευκαιρία, δυστυχώς, να διαπιστώνω κάθε φορά που κατεβαίνω στο νησί.

-Πως θα περιγράφατε το νησί σας με τρεις λέξεις σε έναν ξένο;

Ερωτεύσιμη μορφή αντισυμβατικότητας.

-Υπάρχει κάποιο επίθετο που χαρακτηρίζει ακριβώς τους Καλύμνιους;

Οδυσσεϊκοί.

-Τρία πράγματα που θα έκαναν την Κάλυμνο καλύτερη;

Ένας τόπος,

το μέλλον του

και πολλή, πάρα πολλή συγκολλητική πίστη.

-Και τρία πράγματα που χωρίς αυτά δεν θα ήταν ο τόπος που έχετε αγαπήσει;

Η μυρωδιά του σφουγγαριού μέσα κι έξω απ’ τις υπάρχουσες αποθήκες, το εξαίσιο γειτόνεμα του στόλου των πλεούμενων στην παραλιακή, η σε πείσμα των ωκεάνιων καιρών και της λαίλαπας της κακογουστιάς αγνότητα κάποιων περιοχών του νησιού.

-Συμφωνείτε με την άποψη πως η ιδιαίτερη πατρίδα μας προσδιορίζει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας;

Εν μέρει συμφωνώ. Είναι αλήθεια ότι το βίωμα δημιουργεί κυψέλες συμπεριφοράς και κοσμοαντίληψης, αλλά θα ήμασταν υπερβολικοί αν θεωρούσαμε ότι μας καθορίζει απόλυτα ή έστω σημαντικά. Η συγκρότησή μας είναι ένα κράμα ποικίλων επιρροών. Το τι και το πώς είμαστε και βαδίζουμε βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση, όχι τόσο με τις καταβολές μας ή τα προσλαμβάνοντα στην πορεία, αλλά κυρίως από το είδος των συνδέσεων του εγκεφάλου μας, από το πως μοχλεύουμε κι αναμοχλεύουμε τα ερεθίσματα που δεχόμαστε. Αυτές οι συνδέσεις πιστεύω καθορίζουν τη στάση που έχουμε επιλέξει να υιοθετήσουμε απέναντι στους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Πιστεύω με άλλα λόγια στις ανεξιχνίαστες εσωτερικές, στις εγκεφαλικές διεργασίες, σ’ αυτό το θαύμα που συμβαίνει στον εγκέφαλο μερικών ανθρώπων και τους κάνει να ξεχωρίζουν. Πιστεύω εν ολίγοις ότι αν δεν μπορείς μόνος σου να «παραγάγεις» αξίες, δεν πρόκειται να σου τις εμφυσήσει κανείς. Αυτή η «ανεπάρκεια» είναι συνήθως καθοριστική αναφορικά με την ικανότητα να νοηματοδοτείς. Σε μια πιο αφαιρετική λοιπόν διατύπωση του ερωτήματός σας θα έλεγα: μήπως είμαστε υπάρξεις που διά της νοηματοδότησης αναζητούμε ο καθένας την ιδιαίτερη πατρίδα του; Και τι άλλο η «ιδιαίτερη πατρίδα» από την ιδιοσυστασία μας;

-Πόσο σας έχει εμπνεύσει ποιητικά η Κάλυμνος;

Η Κάλυμνος ασφαλώς αποτελεί ένα σημείο αναφοράς στην ποίησή μου. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού το νησί βρίσκεται στο γονιδιακό μου αποτύπωμα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει ωστόσο σε αυτή την αναφορά δεν είναι τόσο ο τόπος και τα πράγματα, όσο η ψυχή και η δύναμη που κουβαλάει το παρελθόν του. Αυτά με εμπνέουν περισσότερο και μ’ αυτά προτιμώ να συνομιλώ. Δουλεύω κυρίως πάνω σ’ αυτά και κάποια στιγμή ευελπιστώ να προτείνω μια νέα προσέγγιση – ποιητική πάντοτε – πάνω σ’ αυτά. Πάντως, το ζήτημα «έμπνευση», κα Νανάκη, είναι κάπως περίπλοκο στην ποίησή μου, αφού συνήθως δεν υπάρχει σ’ αυτήν κάποια ευθεία αναφορά σε σταθερά σημεία της ορατής πραγματικότητας. Κυρίως η εσωτερική πραγματικότητα και η «διαπλοκή» της με τα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης με ενδιαφέρουν ως πρωτογενές υλικό.

-Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε κάθε φορά που πατάτε το πόδι σας στην Κάλυμνο;

Ψαλιδίζω σαν το σφουγγάρι όλες τις πραγματικές και νοητές αποστάσεις που με χωρίζουν από το πατρικό μου και τη μάνα.

Τι παίρνετε πάντα μαζί σας όταν φεύγετε από το νησί;

Οπωσδήποτε κουλούρες, κάποια από τα εξαιρετικά αλίπαστα του γυναικείου συνεταιρισμού της ιχθυόσκαλας και έναν όρκο μυστικό ότι όσο διαφεντεύω το πεδίο της αίσθησης δεν θα εγκαταλείψω για κανένα λόγο το νησί.

-Ποιος είναι ο αγαπημένος σας καλύμνικος ήχος/ θόρυβος;

Το σκάσιμο του κύματος στα βράχια κι ο απόηχός του εντός μου.

-Αν η Κάλυμνος ήταν ποίημα, ποιο θα ήταν;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ «προβλέψιμος» θα σας πω “η Πόλις” του Κ.Π. Καβάφη, σε ευθεία όμως συνομιλία με το Κuro Siwo του Ν. Καββαδία. Και στα δύο υπάρχει μια κοινή νοητή γραμμή. Η απίστευτη ελκτική δύναμη προσώπων και  πραγμάτων που έχουν γίνει δέρμα πάνω στο δέρμα μας και που μας καθορίζουν. Πρόσωπα και πράγματα που όσο κι αν πασκίζουμε να τα «γδάρουμε», να τα αποβάλουμε από τη ζωή μας, δε μπορούμε. Αυτή είναι η σχέση μας με το νησί, σχέση δύσκολη μα γοητευτική, γιατί σε «δοκιμάζει» διαρκώς.

 Υπάρχει μια ιστορία ή ένα περιστατικό που έχετε ζήσει ή ακούσει στην Κάλυμνο και θέλετε να μας το αφηγηθείτε; 

Θα αναφερθώ στην πιο πρόσφατη εφόρμηση: μια φωτογραφία μου που με παρουσιάζει μεταμφιεσμένο σε γριά Καλυμνιά από τη συμμετοχή μου στην πρώτη αποκριάτικη παρέλαση στο νησί το μακρινό και δύσκολο 1992. Οργανώθηκε από μια δραστήρια ομάδα, μέσα σε κλίμα σύμπνοιας κι συνθήκες άψογης οργάνωσης και συντονισμού. Συνέβησαν όμως διάφορα ευτράπελα πριν και κατά τη διάρκεια της παρέλασης κι αυτά ήταν κυρίως κάποιες ακατανόητες αντιδράσεις από την τοπική Εκκλησιαστική αρχή και γνωστή παρεκκλησιαστική ομάδα που δραστηριοποιείται στο νησί. Να φανταστείτε ότι η πολεμική ξεκίνησε με συνεντεύξεις στα ραδιόφωνα ( τηλεόραση δεν υπήρχε ), συνεχίστηκε με απειλές – εσχατολογικού τύπου – από άμβωνος ( με αποδέκτες κυρίως παιδιά!), με την έκδοση ανακοινωθέντων κι «αναθεμάτων», ενώ ολοκληρώθηκε με πένθιμες κωδωνοκρουσίες από τον Αγ. Σάββα καθ’ όλη τη διάρκεια της παρέλασης (!). Ως τα αθηναϊκά μέσα είχε φτάσει το θέμα. Απίστευτα πράγματα! Δεν θα ξεχάσω ωστόσο το ασυγκράτητο γέλιο που χάρισε όλη αυτή η δουλειά σε εκατοντάδες ανθρώπους που κατέβηκαν στην πλατεία να την χαρούν. Δεν ήταν απλά μια στιγμή ανάτασης όλο αυτό. Όλος αυτός ο κόσμος αγνόησε τις ακραίες φωνές του εκκλησιαστικού κατεστημένου και προτίμησε να χαρεί και να ξεδώσει. Με αυτό τον τρόπο η αποκριάτικη εκείνη παρέλαση εξελίχθηκε σε μια γερή γροθιά σε κατεστημένες αναχρονιστικές αξίες που όχι σπάνια κρατούν δέσμιες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Αλλά εδώ θα ανοίξουμε μεγάλη συζήτηση… Κρίμα πάντως να μην συνεχιστεί αυτή προσπάθεια και προπαντός κρίμα να μη ζυμωθεί περισσότερο αυτή η δυναμική αντίστασης στην κάθε είδους αυθεντία και τον παραλογισμό.

-Πώς φαντάζεστε την Κάλυμνο σε είκοσι χρόνια; 

Ξέρετε, είχα φανταστεί πριν από είκοσι χρόνια πώς θα ήταν η Κάλυμνος σήμερα. Δυστυχώς έπεσα πολύ έξω. Δεν θα διακινδύνευα λοιπόν άλλη πρόβλεψη, γιατί οι Καλύμνιοι, όπως κι εσείς θα το διαπιστώσατε, δεν είναι εύκολο να χωρέσουν σε μοντέλα προβλέψεων. Πάντοτε σε εκπλήσσουν. Αυτό το διαπίστωσα και μέσα από την ενασχόληση, κατά το παρελθόν, με τη δημοσιογραφία και από την εν γένει ενασχόληση με τα κοινά. Από τη συσσωρευμένη πείρα μου έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το στοίχημα που οφείλει να κερδίσει το νησί είναι η συνεργατικότητα. Αυτή θα συνενώσει δυνάμεις, που υπάρχουν αλλά είναι σκόρπιες, και θα αμβλύνει αντιθέσεις και πάθη. Αν κερδίσει αυτό το στοίχημα, θα κερδίσει όλα τ’ άλλα, γιατί οι δημιουργικές δυνάμεις, ειδικά στον χώρο της νεολαίας, είναι μεγάλες μα δυστυχώς ασυντόνιστες, δίχως κατεύθυνση.

 -Τα τελευταία χρόνια ζείτε και εργάζεστε στα Ιωάννινα. Πως είναι για έναν νησιώτη να ζει σε έναν τόπο που δεν βλέπει θάλασσα και δη στην Ήπειρο;

Ξέρετε, τα τελευταία χρόνια που έζησα στο νησί ήταν μια περίοδος έντονης εσωτερικής μαθητείας. Προσπάθησα ενσυνείδητα να «εκπαιδεύσω» τον εαυτό μου στην αποδοχή μιας νέας πραγματικότητας, απαλλαγμένης όσο το δυνατόν απ’ τα στοιχεία που με έδεναν οργανικά με τον τόπο. Κι αυτό έγινε, γιατί είχα ήδη στο μυαλό μου την αναχώρηση. Θα ήμουν ψεύτης, βέβαια, αν από τη θέση που βρίσκομαι έλεγα πως δεν μου λείπει η θάλασσα. Η θάλασσα είναι μέσα μου, νιώθω τους «κυματισμούς» της και πότε πότε τη νιώθω να φουρτουνιάζει. Τότε πιάνω και γράφω λίγους στίχους κι αμέσως ηρεμεί μαγικά. Το Πάσχα και το καλοκαίρι όμως το νησί με καλεί και τότε «τσακώνομαι» με οτιδήποτε με κρατάει στα Ιωάννινα.

 

 Γιώργος Κουλιανός είναι Καλύμνιος και τα τελευταία χρόνια ζει στα Ιωάννινα όπου εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στο παρελθόν επί σειρά ετών ασχολήθηκε επαγγελματικά με το ραδιόφωνο και την διαφήμιση.

Γράφει ποίηση από τα εφηβικά του χρόνια. Πέρυσι κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του «Άμωμη αλίευση» (εκδόσεις Μελάνι). Έχει συμμετάσχει κι έχει βραβευτεί σε αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες ποίησης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s