OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Μανώλης και ο Γιώργος Κουτελλάς

Όταν έχεις περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή σου μέσα σε ένα κουρείο, όταν έχει κάτσει στις πολυθρόνες του όλη η τότε νεολαία της Καλύμνου, όταν ξεκινούσες να κουρεύεις το πρωί και τελείωνες αργά το βράδυ, όταν το μαγαζί σου ήταν στέκι ανταλλαγής απόψεων και συχνά αψιμαχιών για πάσης φύσεως θέματα, ε! τότε δύσκολα εγκαταλείπεις το στέκι σου ακόμη και αν έχεις βγει στη σύνταξη.

Στο κουρείο τους στην Υπαπαντή συνεχίζουν να δίνουν καθημερινά το παρών τα αδέλφια Γιώργος και Μανώλης Κουτελλάς, εθισμένα στη μυρωδιά του μπαρμπέρικου, της λοσιόν και της κολόνιας, αν και αυτό έχει πλέον περάσει στα χέρια της κόρης του Γιώργου που συνεχίζει την παράδοση στην οικογένεια.

Εκεί στο vintage κουρείο, τους συναντήσαμε και πιάσαμε από την αρχή το νήμα της επαγγελματικής τους πορείας.

koyr-1Πρώτος έμαθε την τέχνη ο Γιώργος στη Νίσυρο

Ο Γιώργος και ο Μανώλης Κουτελλάς άρχισαν να μαθαίνουν την τέχνη του κουρέα στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της ζωής τους. Την αρχή έκανε ο Γιώργος στη Νίσυρο (η μητέρα τους ήταν Νισύρια), όταν 8 χρονών αγόρι πήγαινε κάθε μέρα με τα πόδια απ’ τους Πάλους στο Μανδράκι για να μαθητεύσει στο κουρείο ενός ντόπιου που με τη σειρά του έμαθε να κουρεύει από έναν Ιταλό.

Όταν το 1958 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Κάλυμνο ο Γιώργος συνέχισε να μαθητεύει σε κουρείο του νησιού, με τον μικρότερο αδελφό του Μανώλη να ανακοινώνει στους γονεί του ότι θέλει κι αυτός να γίνει κουρέας.

Στέλνουν λοιπόν και τον μικρότερο γιο σε ένα μπαρμπέρικο της εποχής, αλλά επειδή ήταν ξυπόλυτος το αφεντικό του μηνύει πως ανυπόδητο δεν μπορεί να τον πάρει στη δούλεψή του. Ευτυχώς βρίσκεται μια θεία και του αγοράζει ένα ζευγάρι παμουζάες και χάρη σ’ αυτές άρχισε την καριέρα του.

Κάποια στιγμή ο νεαρός ιδιοκτήτης φεύγει στο στρατό και τότε παίρνει τη μεγάλη απόφαση να κρατήσει το κουρείο ο ίδιος, με τη βοήθεια του αδελφού του Γιώργου φυσικά, που ήταν ήδη ένας καθιερωμένος κουρέας.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΔίπλα του ο μικρότερος Μανώλης να παρακολουθεί και να καταγράφει κάθε του κίνηση, να προσπαθεί να τον μιμηθεί, εκπαιδευόμενος αρχικά πάνω στην πόρτα, όπως μας λέει, προσπαθώντας να κρατά με σταθερό χέρι το ψαλίδι και τη χτένα. Και επειδή ο άνθρωπος που καίγεται να προχωρήσει και να μάθει βρίσκει τον τρόπο, έτσι και ο Μανώλης κάθε φορά που μια μάνα συνόδευε τον γιο της και του ζητούσε να τον κουρέψει γουλί, όπως συνηθιζόταν τότε, εκείνος άρπαζε την ευκαιρία να εκπαιδευτεί πριν τον παραδώσει γλόμπο. Του έκανε προηγουμένως όλα τα κουρέματα που ήθελε: καρέ, φούντα κ.α. Κάπως έτσι έμαθε και άρχισε να αποκτά τους δικούς του πελάτες που πήγαιναν στο κουρείο αποκλειστικά γι’ αυτόν.

Όταν ο ιδιοκτήτης του κουρείου επέστρεψε από τον στρατό, δεν έμεινε για πολύ, αφού αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Προτείνει στα δυο αδέλφια να τους πουλήσει το κουρείου. Παρά τις αιματηρές οικονομίες τους όμως δεν διέθεταν το απαιτούμενο ποσό. Προσφέρεται τότε να τους βοηθήσει κρυφά ο πατέρας του ιδιοκτήτη δανείζοντάς τους τα χρήματα και αποληρώνοντάς τον σταδιακά από τη δουλειά τους.

Όταν βουτηχτάδες άφηναν πουρμπουάρ χιλιάρικο!

Όλα αυτά τα χρόνια η γειτονιά τους είναι στην Υπαπαντή και τα αδέλφια Γιώργος και Μανώλης αφήνουν εποχή. Έχουν κουρέψει και ξυρίσει σχεδόν όλο τον αντρικό πληθυσμό της Καλύμνου. Τότε που το κουρείο  για τους άντρες δεν ήταν απλά μια υπόθεση ρουτίνας για κούρεμα και ξύρισμα, αλλά ένα αντρικό προνόμιο και μια ιεροτελεστία!

Ο Μανώλης θυμάται:

-μια Κυριακή που κούρεψε και ξύρισε στην Κάλυμνο 13 γαμπρούς

-κάποιους βουτηχτάδες που άφηναν πουρμπουάρ χιλιάρικο, την εποχή που ένα κούρεμα κόστιζε 2,5 δραχμές

-που επέστρεφε το βράδυ σπίτι και η μάνα του του έτριβε για ώρες τα πονεμένα πόδια του (δακρύζει)

-ένα πρωινό που κούρευε τον τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλο που βρέθηκε στην Κάλυμνο και οι θαυμαστές του είχαν κάνει ουρά έξω από το κουρείο

-τα χρόνια που οι κουρείς πουλούσαν αρώματα, λοσιόν, αλλά και πούδρες, σαπούνια και κάθε άλλο προϊόν που συνδεόταν με τον καλλωπισμό και την προσωπική φροντίδα των Καλυμνίων. Ακόμη και σήμερα το κομμωτήριο, είναι γεμάτο από αυτά τα προϊόντα

-που το κουρείο του ήταν κέντρο κοινωνικής συναναστροφής και εκεί μέσα λεγόταν οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί στις αντροπαρέες. Άλλωστε στα κουρεία οι άνθρωποι παλαιότερα πήγαιναν πιο συχνά και έμεναν πολύ περισσότερο χρόνο ακόμα και για πρακτικούς λόγους, δεδομένου ότι ο κουρέας χρησιμοποιούσε μόνο τσατσάρα και ψαλίδι, δεν υπήρχαν οι σημερινές εξελιγμένες μηχανές.

«Τώρα βλέπω αυτά τα κουρέματα που κάνουν και δεν μου αρέσουν καθόλου. Το κούρεμα πρέπει στον άντρα να είναι τετράγωνο πίσω στο λαιμό όχι στρογγυλό όπως το κάνουν τώρα και τα αυτιά εμείς τα είχαμε γεμάτα (σ.σ. το μαλλί έπεφτε πλούσιο στα αυτιά). Ούτε το κούρεμα με τη μηχανή μ’ αρέσει».

OLYMPUS DIGITAL CAMERA60 χρόνια δεν έχει ακουμπήσει ο ένας πελάτη του άλλου

Αξιοσημείωτο είναι πως όλα αυτά τα χρόνια της δουλειάς τους ο καθένας είχε τους δικούς του πελάτες και ποτέ μα ποτέ δεν ακούμπησε τον πελάτη του άλλου. «Δεν κάθονται πελάτες του Γιώργου σε μένα να τους κουρέψω, αλλά ούτε και δικοί μου να τους κουρέψει ο αδελφός μου» λέει ο Μανώλης και εξηγεί πως δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργο. Κάθε πελάτης έχει συνηθίσει τον κουρέα του, αυτόν ξέρει, νιώθει οικειότητα και γενικώς είναι πιο εύκολο και για τις δύο πλευρές.

Ο Γιώργος και ο Μανώλης έχουν ακόμη και σήμερα φίλους για τους οποίους –αν και συνταξιούχοι- κάνουν μια εξαίρεση και τους κουρεύουν. Λογικό ακούγεται: μετά από εξήντα χρόνια, δύσκολα αλλάζεις συνήθειες, πόσο μάλλον κουρέα!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s