dsc_8978

Μαμά, απόψε ερχόμαστε, πού θα έχεις το κλειδί;

-Εκεί που ξέρεις κόρη μου. Εγώ τώρα στρώνω τα κρεβάτια, μην ανησυχείς για τίποτε, καλό ταξίδι…

Το καράβι έφθασε αυγή στο λιμάνι μας όπως χρόνια τώρα. Το βλέμμα με λαχτάρα προσπαθούσε να διαπεράσει τη θολούρα του θαλασσωμένου τζαμιού, να φτάσει ως το μουράγιο… Ναι, να την, ήταν εκεί για την υποδοχή. Την ψιλόλιγνη σιλουέτα την διαισθάνθηκα παρά  την ξεχώρισα. Τους πήρα απ’ το χέρι, προχωρήσαμε προς την έξοδο…

  • -Μαμά, η γιαγιά , είπαν εν χορώ κι οι δυο τους. Την είδα κι εγώ καθαρά κι εκείνη το ίδιο. Σήκωσε το χέρι της σ’έναν ανεπαίσθητο χαιρετισμό. Έτσι ήταν πάντα τα εξωτερικά της σημάδια, μινιμαλιστικά, λιτά. Μέσα όμως ήταν φουντωμένα τα αισθήματα, έσταζαν λες απ’ τα μάτια, απ’ τα χείλη.

Η μυρωδιά του πασχαλινού ασπρίσματος στις αυλές με το νότισμα του πρωϊνού, μαζί με το μόσχο από τις τελευταίες αποκαμωμένες φρέσες της στα λούκια μας και το φως στην κύρια είσοδο με το «φιλικό χεράκι» μας υποδέχτηκαν.

-Παππού;

Ένας λυγμός και μια παρατεταμένη αγκαλιά..

  • Μα χαρά μου, χαρά μου, τα παιδάκια μου, τα γιατρουδάκια μου.

Να μιλούσαμε, λέει, για μια πασχαλιά κοντινή μας  κι’ όχι τόσα χρόνια πίσω…

  • Ένα τρίκυκλο! Είδατε ποτέ ένα τρίκυκλο της βιοπάλης, με τα σημάδια της επάνω του; Τα κάλυπτε όμως η χαρά τα σημάδια αυτά Στρωμένο με «ψιλά» καλύμνικα χραμάκια και μαξιλαράκια με κορδέλλες κουβαλούσε την Μ. Πέμπτη ένα θησαυρό: με συνοδηγό τη μάνα δίπλα στον πατέρα, είχε επιβάτες πέντε «παι(δ)άκια», αγουροξυπνημένα, φρεσκολουσμένα και με κομμώσεις στην τρίχα και όδευε προς τον Αϊ- Γιώργη να «πάσει(πάνε) τα παιτζιά να μεταλάβουσι». Ένα τρίκυκλο της βιοπάλης!
  • Πάτερ, σ’ευχαριστούμε. Με τη ραγισμένη απ’ τη συγκίνηση όμορφη φωνή σου και τις σιωπές για ν’αποφύγεις το λυγμό, καθώς διάβαζες τα ευαγγέλια κι έψαλλες το «Σήμερον κρεμάται…», μας βοήθησες να συνδεθούμε κι εμείς με το δικό μας συναίσθημα, απ’όποιον δρόμο ο καθένας μας μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα.
  • Δύο υποβάσταζαν τη νέα γυναίκα, αγκαζέ κρατούσε και οδηγούσε το σύζυγο μια κυρία, αγκαλιά τα είχε και καμάρωνε για τους «βασιλιάες» της τα δύο ειδικά παιδιά που της έδωσε η ζωή. Το φίλημα του Σταυρού γι’ αυτούς και για πολλούς άλλους τσακισμένους, φωνάζει από μακριά: « έναν Κυρηναίο και για μένα, Κύριε».
  • Απ’ το πουθενά, με τα σορτσάκια και τις σαγιονάρες, τα σακκίδια και τις ψάθες τους, ασκεπείς όμως, γεμάτοι σεβασμό, έβλεπαν τα δρώμενα και προσπαθούσαν να καταλάβουν. Έσκυβαν το κεφάλι και χαμογελούσαν αμήχανα. Φίλησαν και το Αποκαθηλωμένο Σώμα. Γάλλοι, Άγγλοι, Σουηδοί. Ανήκαν και αυτοί στην κοινότητα σήμερα, μεσημέρι Μ. Παρασκευής.
  • Πώς μπορείς ν’αγαπάς τους νεκρούς σου τόσο πολύ ,τόσο βαθιά, με τόση διάρκεια. Η απορία αυτή αναμετράται συχνά με τον καθένα μας. Αλλά εκεί που σιγουρεύεσαι για τη σχεδόν καθολικότητα της αίσθησης αυτής είναι στο κοιμητήριο , το μεσημεράκι της Μ. Παρασκευής. Το προσκλητήριό τους δεν αφήνει κανέναν στο σπίτι…
  • Δημοτικό, στην ΣΤ τάξη πήγαινε το ψηλόλιγνο κοριτσάκι. Ωστόσο το χώραγε ακόμα ,με το μικρό καλύμνικο σκαμνάκι του, το εσωτερικό περβάζι του Αϊ Γιώργη. Εκεί την «άραξε» το Ρηνάκι, όλη τη Μ. Εβδομάδα, με τη σύνοψη στο χέρι, να μη χάνει λέξη μήτε κόμμα μήτε και τελεία από τα «Γράμματα» ούτε από τα Ευαγγέλια ούτε από τις ψαλμωδίες.

«…ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι/

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι»

Αθήνα 3/4/2018

Φανή Καπελλά Κουτούζη

(Αναδημοσίευση από καλύμνικη εφημερίδα του 1982)

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s