OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠαθιασμένος- ακόμη και σήμερα στα 96 του χρόνια- με τη ζωή, το χορό, τη μουσική, την τσαμπούνα του, τις μαντινάδες και το νησί του. Πληθωρικός σαν χαρακτήρας, χείμαρρος από συναισθήματα, γεγονότα, σχόλια, κρίσεις και αποτιμήσεις. Θυμάται, συγκινείται, γελά, και αξιολογεί. Δεν δείχνει μετανιωμένος για τίποτα. Έζησε μια γεμάτη ζωή!

Μέρες που είναι θα τον δούμε για μια ακόμη φορά στην εξέδρα των επισήμων να παρακολουθεί την παρέλαση, με την ιδιότητα του παλαίμαχου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετώντας το Πολεμικό Ναυτικό (Θωρηκτό «Αβέρωφ») στη Μέση Ανατολή.

Baz-1Ο 96χρονος Αντώνης Βαζανέλλης εξιστορεί με λεπτομέρειες το παραμύθι της ζωής του, επιδεικνύοντας απίστευτη πνευματική διαύγεια και μνήμη! Σε πρώτο ενικό αλλά και ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής, ανατρέχει σε μνήμες κοντά ενός αιώνα και αποδεικνύει με την πορεία της ζωής του το δαιμόνιο της καλύμνικης φυλής, επιβιώνοντας σε κατοχή, πολέμους και γενικότερα σε αντίξοες συνθήκες, βάζοντας το δικό του λιθαράκι στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή αυτού του τόπου.

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 1923 στ’ Αργινώντα Καλύμνου. Ήμουν το τρίτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του Γεωργίου και της Σεβαστής Βαζανέλλη. Είχαμε κατοχή από τους Ιταλούς οι οποίοι δεν μπορώ να πω ότι μας κακομεταχειρίστηκαν, περνούσαμε καλά.

Το Βαζανέλλης δεν ήταν αρχικά το επίθετο της οικογένειάς μας. Ο παππούς μου ήταν τσοπάνης και είχε έρωτα με τις μικρές μελιτζάνες που τις λέγανε βαζάνες. Έπαιρνε βόλτα όλα τα περιβόλια να μαζέψει τα μικρά μελιτζανάκια, για να ταϊσει τα δέκα παιδιά του και τα φώναζε «ελάτε να φάτε, τα βαζανέλια είναι έτοιμα». Από τότε οι συνάδελφοι τσοπάνηδες του κόλλησαν το παρατσούκλι και με τον καιρό το παρατσούκλι έγινε επίθετο.

Από μικρό παιδί ήμουνα τσοπανόπουλο στ’ Αργινώντα και βοηθούσα στο καθάρισμα των κτημάτων. Έκανα όμως και διάφορες άλλες δουλειές.

Πουλούσα ξηρούς καρπούς στα μαγαζιά και θυμάμαι- επειδή ήμουν πολύ καλός χορευτής και πρώτος στο τραγούδι- με φώναζαν οι δύτες στο τραπέζι τους και μου ζητούσαν να μπω στη συντροφιά τους να τραγουδήσω και να χορέψω μαζί τους. Με ρωτούσαν πόσο έκαναν όλα τα σακουλάκια που είχα στο πανέρι και μου τα αγόραζαν. Σαν τελείωνε το γλέντι κρατούσαν μια χούφτα φιστίκια και τα άλλα μου τα έδιναν πίσω για να τα ξαναπουλήσω.

Πήγα σχολείο μέχρι την Γ’ Δημοτικού.

Δώδεκα, δεκατριών χρόνων έκανα τον κατάσκοπο μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ των Καλυμνίων που ζούσαν στην Κάλυμνο και εκείνων που βρίσκονταν στο Πετρούμι. Ως τσοπανόπουλο δεν με υποπτεύονταν οι Ιταλοί που μέσα στο σακίδιο μου μαζί με τα τυριά είχα και φακέλους με σημειώματα.

Το 1943 έφυγα από το νησί, όπως και πολλοί άλλοι από την Κάλυμνο και τα Δωδεκάνησα, λόγω της σκληρής γερμανικής κατοχής που άλλαξε δραματικά τη ζωή στα νησιά μας. Με άλλες τρεις οικογένειες ανεβήκαμε σε μια βάρκα εκεί που είναι τώρα οι εγκαταστάσεις του Ψαρομπά και πήγαμε στο Πετρούμι (σ.σ. Αλικαρνασσός-Μπόντρουμ).

Μείναμε τρεις μήνες σε προσφυγικό καταυλισμό και στη συνέχεια μετακινηθήκαμε άλλοι για  Παλαιστίνη και άλλοι για Κύπρο. Εγώ επειδή ήθελα να ταξιδέψω σε στεριά, προτίμησα να πάω στην Παλαιστίνη με τον σιδηρόδρομο.

Εκεί έμεινα άλλους τρεις μήνες μέσα σε στρατιωτικό στρατόπεδο όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ καλές. Εργαζόμουν στο μαγειρείο και κυκλοφορούσαμε ελεύθερα στη Γάζα, στο Τελ Αβιβ. Ώσπου ήρθε ένα κλιμάκιο του Ελληνικού Στρατού και ζητούσαν εθελοντές στρατιώτες. Καταταγήκαμε με τον αδελφό μου Νικόλα εθελοντές στο Πολεμικό Ναυτικό και συγκεκριμένα στο θωρηκτό «Αβέρωφ».

Την περίοδο του 1944-45 είμασταν αιχμάλωτοι των Άγγλων στη Λιβύη για 18 μήνες, μετά το κίνημα του Ναυτικού. Τέλειωσε ο πόλεμος,  ελευθερωθήκαμε και μέσω Χίου επέστρεψα στην Κάλυμνο.

Με το που επιστρέψαμε και άλλοι σαν και μένα πήγαμε στη δημαρχία και ζητούσαμε δουλειά. Μας έδωσαν από μια σκούπα, ένα φαράσι και μια τσάπα και ξεχυθήκαμε να καθαρίζουμε τους δρόμους που βρωμούσαν. Καθαρίζαμε για μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα.

Την έκανα αυτή τη δουλειά κάποιους μήνες και μετά αγόραζα ψάρια από μια τράτα και γύριζα στις γειτονιές και τα πουλούσα. Μετά πήγα με ένα σφουγγαράδικο και στη συνέχεια αποφάσισα να γίνω παπουτσής και να θυμηθώ τα όσα λίγα είχε μάθει μικρό παιδί 10 χρόνων όταν δούλευα στο παπουτσάδικο ενός Καλύμνιου.

Είχα το θάρρος και την τόλμη να προχωρήσω αν και δεν ήξερα πολλά από την συγκεκριμένη τέχνη. Γύριζα τις γειτονιές όπου λειτουργούσαν πολλά παπουτσάδικα και μιλώντας με τους συναδέλφους μου, τους παρακολουθούσα την ώρα που δούλευαν και τους “έκλεβα” την τέχνη. Γύρναγα στο μαγαζί μου και έκανα ότι έμαθα. Μέσα σε δυο χρόνια μάζεψα τη μισή Κάλυμνο στο τσαγκάρικό μου και είχα μέσα πέντε εργαζόμενους. Αυτό κράτησε 15 χρόνια.

Παντρεύτηκα στα 31 την Καλλιόπη Κυπραίου και έκανα δυο αγόρια. Σήμερα έχω τρία εγγόνια.

Νιόπαντρος παρασύρθηκα από φίλους που φεύγανε για Αυστραλία και θέλησα να ζήσω και αυτή την εμπειρία. Δεν δήλωσα το γάμο για να μην ακυρωθεί το ταξίδι. Μπαρκάραμε με ένα βαπόρι και ταξιδεύαμε 40 μέρες με συντροφιά την τσαμπούνα μου που την είχα μαζί μου από βοσκαρούδι. Και έτσι πέρασε ο χρόνος, πάνω στο καράβι με χορό και τραγούδι. Μετά τον Ισημερινό μας χτύπησε κυκλώνας και το καράβι καρφώθηκε με την πρύμνη στη θάλασσα. Οι εφημερίδες της Αυστραλίας γράφανε ότι πνιγήκαμε, αλλά για καλή μας τύχη ο καπετάνιος κατάφερε να γυρίσει το καράβι στα ίσα και να ολοκληρώσουμε το ταξίδι. Όταν φτάσαμε, κόσμος συνωστίζονταν στο λιμάνι του Περθ για να δουν το θαύμα.

Μας κράτησαν στο Πέρθ για μέρες και δεν μας άφηναν να φύγουμε για να πάμε ο καθένας στον προορισμό του. Για καλή μου τύχη έπεσα πάνω σε μια Καλυμνιά που είχε φύγει από μικρή στη Ρόδο και ήταν υπεύθυνη της πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Αυστραλία και με βοήθησε να ξεμπλέξω γρήγορα και να πάρω το δρόμο μου.

Έφτασα μετά από είκοσι μέρες και πολλές περιπέτειες στο Σίδνεϊ όπου έπιασε δουλειά σε μια γαλαρία 150 μέτρα κάτω από τη γη, διανύοντας 45 χιλιόμετρα απόσταση. Έμεινα δυο χρόνια και δυο μήνες.  Δεν άντεχα άλλο αυτή τη ζωή, δουλειά και ύπνο. Ούτε για έναν καφέ δεν πήγαινα. Εγώ ήμουν μαθημένος να γλεντώ τη ζωή μου. Η Αυστραλία ήταν καλή για όσους δεν είχαν εδώ δουλειά. Εγώ είχα.

Γύρισα Ιούνιο στην Κάλυμνο και αποφάσισα να ξεκουραστώ όλο το καλοκαίρι και να γλεντήσω. Είπα στη γυναίκα μου ότι μετά θα σκεφτώ και θα αποφασίσω τι δουλειά θα κάνω.

Το φθινόπωρο νοίκιασα ένα σπίτι στον Άγιο Μάμμα και το χώρισα με ράφια σε δυο μαγαζιά. Στο ένα έφτιαξα παπουτσάδικο και στο άλλο μπακάλικο. Είχα πελατεία τον κόσμο που με γνώριζε από παλιά, αλλά δεν ήμουν ικανοποιημένος. Προσπαθούσα να σκεφτώ πως θα φέρω κόσμο ψηλά στον Άγιο Μάμμα. Επειδή ήμουν γνωστός για τα γλέντια, τους χορούς και τα τραγούδια μου, σκέφτηκα ότι μόνο μέσα απ’ αυτά θα φέρω κόσμο στο μαγαζί. Το είπα στους φίλους μου και ξεκινήσαμε να βαφτίζουμε και να παντρεύουμε όσους ξέραμε. Τα έξοδα τότε των κουμπάρων ήταν μηδαμινά. Έγινα νονός και κουμπάρος ίσα με 300 φορές μαζί με τους φίλους μου. Μέσα από αυτές τις κουμπαριές γνώρισα περισσότερο κόσμο και μεγάλωσα την πελατεία στο μαγαζί μου. Ακόμα με χαιρετάει κόσμος «γεια σου κουμπάρε», «γεια σου σύντεκνε» και δεν τους θυμάμαι όλους.

Έζησα πολύ καλά. Κράτησα το μαγαζί μέχρι το 1983. Πέντε χρόνια πριν άνοιξα το εστιατόριο στ’ Αργινώντα και όταν άρχισε να πάει καλά έκλεισα το άλλο κάτω στην Πόθια. Ερχόταν πολλά τουριστικά λεωφορεία με τουρίστες και επισκέπτες και τρώγανε. Δούλεψε πολύ καλά. Μετά από 15 χρόνια έβγαλα άδεια και το μετέτρεψα σε κέντρο διασκέδασης.

Άρχισα να ζωγραφίζω στα 40 μου και στη ζωγραφική, όπως και στη μουσική ήμουν αυτοδίδακτος. Το αγαπημένο μου τραγούδι είναι «Το μαρούλι» και «Ο βοσκός και ο βασιλιάς» και ο χορός μου είναι ο «ίσσος». Έμαθα να χορεύω παρακολουθώντας τους καλούς χορευτές, τα γυρίσματα που έκαναν και μετά έβαζα και τις δικές μου φιγούρες. Όταν μάλιστα χόρευα μπάλο στις εκδηλώσεις, ξεσήκωνα τον κόσμο!

Ο Αντώνης Βαζανέλλης υπήρξε ενεργό μέλος της Χορωδίας του Λυκείου των Ελληνίδων και του ΚΑΠΗ Καλύμνου. Την περασμένη Κυριακή προτάθηκε από το Λύκειο των Ελληνίδων (παράρτημα Καλύμνου) και τιμήθηκε από το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής «Φοίβος Ανωγειανάκης» ως ένας από τους ανθρώπους που έγραψαν ιστορία στο χώρο της λαϊκής μας Παράδοσης.

Έχει γράψει δεκάδες ποιήματα- μαντινάδες για την Κάλυμνο και τις ομορφιές της, για τα ήθη και τα έθιμα του νησιού, για τους σφουγγαράδες, τα εγγόνια του, τους φίλους του, για προσωπικότητες που πέρασαν από τον τόπο του, για την αγάπη κ.α. Όλα αυτά τα συγκέντρωσε και εξέδωσε το 2007 το βιβλίο με τίτλο «Καλύμνικες μαντινάδες» με τη σημείωση «Τ’ αφήνω παρακαταθήκη για τα παιδιά και τα εγγόνια μου και για όλους τους Καλύμνιους».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s