polytechneio-2018_orig

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του Σταύρου Ζουμπουλάκη* στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα (σε μαθητές Λυκείου) το 1996:

Σήμερα που γιορτάζουμε για άλλη μια φορά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και αναρωτιόμαστε για τη σημασία της, αντί για τον υψηλό τόνο των πανηγυρικών λόγων, έχω διαλέξει να σας μιλήσω στον χαμηλό τόνο της προσωπικής κουβέντας. Αναλαμβάνω λοιπόν να σας μιλήσω προσωπικά. Οι δάσκαλοί σας στο Λύκειο (αλλά και στο Γυμνάσιο) απολαύουν όλοι τους σχεδόν του προνομίου της νεότητας και, κατά συνέπεια, το 1973 ήταν μικρά παιδιά οι πιο πολλοί τους. Ο κλήρος λοιπόν πέφτει σε μένα να σας μιλήσω για εκείνες τις μεγάλες μέρες της Αθήνας του 1973, τις οποίες έζησα λεπτό προς λεπτό και μακαρίζω την τύχη μου για αυτό.

Ομολογώ πως να μιλάς –και μάλιστα δημόσια– για πράγματα που θεωρείς πολύτιμα για την ψυχή σου και για τη ζωή σου, σε ανθρώπους, σε παιδιά, στους οποίους όλα αυτά είναι απόμακρα, σχεδόν ψιλά ονόματα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, αν το να περιφέρεις από δω και από κει με ευκολία την προσωπική σου εμπειρία είναι ευτέλεια, το να την κρατάς κλειστή για τον εαυτό σου είναι συχνά κάτι χειρότερο, είναι ναρκισσισμός, ο ναρκισσισμός του αμετάδοτου, ο ναρκισσισμός να θεωρείς τους άλλους ανίκανους να καταστούν κοινωνοί αυτής της εμπειρίας. Άλλωστε αποτελεί θεμελιακό γνώρισμα του ανθρώπου να μετασχηματίζει το βίωμα σε συνείδηση.

Δεν θα σας διηγηθώ τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Δεν θα κάνω ένα χρονικό των ημερών αυτών από την Τετάρτη το μεσημέρι, 14 Νοεμβρίου, ως το ξημέρωμα του Σαββάτου, 17 Νοεμβρίου. Αυτά τα έχετε ακούσει και ξανακούσει, διαβάσει και ξαναδιαβάσει. Θα προσπαθήσω να μιλήσω για το νόημα του Πολυτεχνείου. Το νόημα που είχε τότε, μέσα στην ιστορική συγκυρία στην οποία έγινε, το νόημα που έχει για μένα σήμερα, το νόημα, τέλος, που μπορεί να έχει για εσάς.

Το νόημα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στην ιστορική συγκυρία της δικτατορίας είναι, νομίζω, σαφές. Αυτή η μικρή αρχικά ομάδα φοιτητών που κλείστηκε στο Πολυτεχνείο συναντήθηκε με σύνολη την ελληνική κοινωνία, ακριβώς επειδή εξέφρασε τους ανέκφραστους πόθους της και τα αδιατύπωτα αιτήματά της. Εξέφρασε αυτό που η κοινωνία δεν μπορούσε ή φοβόταν να εκφράσει. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου λύτρωσε, για λίγο, την ελληνική κοινωνία από τον φόβο, άρα την έκανε ικανή να εκφραστεί ατομικά και συλλογικά. Στα καφενεία και στις πλατείες, όπου μπορούσαν να πιάνουν τον σταθμό του Πολυτεχνείου, άνοιγαν οι άνθρωποι τα τρανζιστοράκια τους και άκουγαν, αδιαφορώντας για το βλέμμα του ασφαλίτη. Το Πολυτεχνείο δεν ανέτρεψε τη χούντα, τη χούντα την έριξε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, εισβολή την οποία η ίδια η χούντα προκάλεσε και την οποία στάθηκε εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει. Αντίθετα, μάλιστα, η εξέγερση του Πολυτεχνείου την έκανε σκληρότερη. Το φοιτητικό κίνημα από τον Νοέμβριο του 1973 μέχρι τη μεταπολίτευση σίγησε, κάθε συλλογική αντιδικτατορική δράση σταμάτησε. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ηττήθηκε, δεν είχε κανένα άμεσο, θετικό πολιτικό αποτέλεσμα. Αν κάναμε μάλιστα μια πολιτική ανάλυση σκακιέρας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό λάθος. Το ιστορικό βάρος ωστόσο αυτής της νικημένης εξέγερσης είναι μεγάλο: διέσωσε την τιμή ενός λαού, που όλα αυτά τα χρόνια της δικτατορίας είχε σκύψει το κεφάλι και είχε σωπάσει, παρά τα όσα μυθικά λέγονται περί του αντιθέτου. Ο ελληνικός λαός, στη συντριπτική πλειονότητά του, δεν είχε εγκρίνει ούτε είχε επιδοκιμάσει τη δικτατορία, αλλά και δεν είχε αντιδράσει ενεργά εναντίον της. Δεν μπορεί κανείς εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς να μεμφθεί κανέναν, γιατί στη χώρα βασίλευε ο τρόμος, ο τρόμος πρωτίστως των βασανιστηρίων. Όπως έδειξε όμως το Πολυτεχνείο, ο κόσμος ήταν σε μια ψυχική διαθεσιμότητα να εκφράσει συλλογικά την αντίθεσή του. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορική και ψυχική περιουσία ενός λαού δεν φτιάχνεται μόνο με νίκες, φτιάχνεται και από λαμπρές ήττες, φτιάχνεται και από πράξεις θυσίας χωρίς αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει, και πολύ περισσότερο, και για την ατομική ζωή του καθενός μας χωριστά.

Η απάντηση στο ερώτημα ποιο είναι το νόημα εκείνων των ημερών για μένα σήμερα –δεσμεύτηκα να σας μιλήσω προσωπικά– δεν είναι εύκολη. Δυσκολεύομαι να τη δώσω. Καθώς προσπαθούσα να τη διατυπώσω δεν τα κατάφερνα, μόνο έρχονταν μπροστά μου επίμονα κάποιες εικόνες και κατάλαβα πως σε αυτές ακριβώς τις εικόνες συμπυκνώνεται για μένα σήμερα το νόημα του Πολυτεχνείου. Θα σας παρουσιάσω και θα σχολιάσω μερικές από αυτές.

Εικόνα πρώτη
Νύχτα, τρεις μετά τα μεσάνυχτα, Σάββατο 17 Νοεμβρίου. Προβολείς οργώνουν το σκοτάδι για να κάνουν τη νύχτα πιο άγρια, τα τανκς έχουν κατέβει στο κέντρο της πόλης, οι λοκατζήδες είναι και αυτοί εκεί σε ετοιμότητα. Το μοιραίο ερπυστριοφόρο βρίσκεται παράλληλα προς την πύλη του Πολυτεχνείου. Πάνω σε μια κολόνα της πύλης βλέπω έναν άνθρωπο να στέκεται εκεί και να φωνάζει συνθήματα κατά της χούντας. Το τανκς είναι σε παράλληλη θέση προς την πύλη. Αυτός εκεί. Το τανκς κάνει τη δυσκίνητη στροφή του και βρίσκεται τώρα καταντικρύ προς την πύλη. Και εκείνος εκεί, πάνω στην κολόνα. Το τανκς κινείται προς την πύλη, για να τη σπάσει και να μπει μέσα. (Αργότερα είδα στις φωτογραφίες κάτι που δεν έβλεπα τότε και που ο φοιτητής πάνω στην κολόνα προφανώς έβλεπε, ότι πάνω στο τανκς το πολυβόλο ήταν έτοιμο και ότι ένας αξιωματικός κρατούσε περίστροφο.) Ο άγνωστος αυτός νέος εξακολουθεί να μένει εκεί και να τους φωνάζει κατάμουτρα συνθήματα κατά της δικτατορίας και δεν πηδάει κάτω ούτε τη στιγμή που το τανκς κινείται προς την πύλη, τη ρίχνει κάτω και μαζί της ρίχνει και καταπλακώνει και αυτόν –και άλλους ίσως, αλλά το βλέμμα μου είναι καρφωμένο σε αυτόν. Όσοι έχουμε απομείνει ακόμη μέσα στο Πολυτεχνείο, μαζεμένοι οι περισσότεροι στα σκαλάκια του κτιρίου της Αρχιτεκτονικής, όπου ψάλλαμε τον εθνικό ύμνο, απέναντι από την πύλη, κοιτάζουμε αποσβολωμένοι, άναυδοι.
Ε, λοιπόν, όποιος έχει ζήσει μια τέτοια σκηνή ξέρει πως ο άνθρωπος είναι ικανός να ξεπεράσει, κάποιες στιγμές, ακόμη και τον φόβο του θανάτου, πως είναι ικανός να πεθάνει για κάτι που θεωρεί ότι χωρίς αυτό η ζωή δεν αξίζει τον κόπο. Όταν γίνεις ικανός, έστω και για μια στιγμή, να βάλεις κάτι πάνω από την ίδια σου τη ζωή, ίσως τότε καταλαβαίνεις, ανέλπιστα και εσύ, και το σολωμικό πως η ζωή είναι το μέγα καλό και πρώτο.

Εικόνα δεύτερη
Οι λοκατζήδες μπαίνουν πρώτοι μέσα στο Πολυτεχνείο με εφ’ όπλου λόγχη, ακολουθούν οι αστυνομικοί και οι ασφαλίτες, κυκλώνουν τους φοιτητές και τους οδηγούν, μας οδηγούν, αναγκαστικά προς την έξοδο. Έξω βασιλεύει ο τρόμος: αστυνομικοί, ασφαλίτες, χαφιέδες, χτυπάνε αλύπητα. Θυμάμαι ανθρώπους μανιασμένους να ανεμίζουν τεράστια καδρόνια και όποιον πάρει ο χάρος, είδα στρατιώτες να χτυπάνε με τον υποκόπανο στο κεφάλι ανθρώπους πεσμένους κάτω.
Αυτή είναι η αντίπαλη εικόνα προς την προηγούμενη: Όσο ικανός είναι ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον εαυτό του προς τα πάνω, άλλο τόσο είναι ικανός να τον ξεπεράσει και προς τα κάτω, να αποκτηνωθεί. Συχνά μάλιστα ο ίδιος άνθρωπος είναι ικανός και για τα δυο. Κανείς μας δεν είναι προφυλαγμένος από τη βαρβαρότητα και την κτηνωδία, που αποτελούν ένα ενδεχόμενο ανοιχτό για όλους μας, γιατί η γοητεία που ασκούν η βία και το κακό είναι μεγάλη. Οι βασανιστές του ΕΑΤ-ΕΣΑ τι νομίζετε πως ήταν; Ό,τι ακριβώς είστε εσείς και εγώ. Δεν ήταν τέρατα από γεννησιμιού τους. Ήταν παιδιά λίγο μεγαλύτερα από εσάς που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία και έγιναν κτηνώδεις βασανιστές.

Εικόνα τρίτη
Είμαστε πια στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο και τρέχουμε να γλιτώσουμε το ξύλο και τις συλλήψεις, αλλά πού να πας την ώρα εκείνη, πώς να γυρίσεις σπίτι σου; Και τότε, καθώς τρέχουμε εδώ κι εκεί, ανοίγουν πόρτες σπιτιών –όλη η Αθήνα είναι ξάγρυπνη– και μας βάζουν μέσα. Θυμάμαι ότι σε ένα ισόγειο δυαράκι, στις αρχές της λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου έμενε μόνος του ένας υπάλληλος του ΟΤΕ, όπως μας είπε, βρήκαμε καταφύγιο καμιά εικοσιπενταριά άνθρωποι, περιμένοντας να ξημερώσει.
Αυτή η άγρια νύχτα ξαναγίνεται ανθρώπινη, χάρις σε πάμπολλες τέτοιες μικρές πράξεις συμπαράστασης και καλοσύνης. Τι οδηγούσε όλους αυτούς τους ανθρώπους να εκφράζουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους σε ξένους και άγνωστους; Η ξανακερδισμένη, μέσα τους, πιστεύω σήμερα, ηθική αξιοπρέπεια. Η υψηλή πράξη των φοιτητών του Πολυτεχνείου τους χάριζε αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα τους δέσμευε, απαιτούσε και τη δική τους αξιοπρέπεια και ευθύνη.

Εικόνα τέταρτη
Σάββατο 17 Νοεμβρίου, ξημέρωμα. Η φρικτή εικόνα της ηττημένης πόλης. Όσοι γλιτώσαμε τη σύλληψη κατά την έξοδο –και όσοι, εννοείται, δεν ανήκουμε στους πολλούς τραυματίες– ψάχνουμε τρόπο άλλοι να γυρίσουμε σπίτι μας και άλλοι να πάμε κάπου να κρυφτούμε για να αποφύγουμε το νέο κύμα συλλήψεων που ξέρουμε ότι θα ακολουθήσει. Έχουμε τη γεύση της στάχτης στο στόμα και μια ακατανίκητη ανάγκη για ύπνο, μετά από τρία 24ωρα ξαγρύπνιας. Το Πολυτεχνείο τελείωσε. Δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ. Τούτο το συγκεκριμένο Πολυτεχνείο και όλα τα Πολυτεχνεία της ιστορίας κρατάνε λίγο. Είναι ένα διάλειμμα δημιουργικότητας, πολιτικής επινοητικότητας, συντροφικότητας, απελευθέρωσης. Ένα «διάλειμμα χαράς» θα μπορούσα να πω σήμερα, με τη φωνή του Σεφέρη. Αυτό το διάλειμμα ωστόσο σημάδεψε τη ζωή μας. Η ζωή όλων όσοι τα ζήσαμε αυτά, τον αντιδικτατορικό αγώνα, εννοώ, και την κορυφαία στιγμή του, το Πολυτεχνείο, θα ήταν διαφορετική, και μάλλον χειρότερη, αν δεν τα είχαμε ζήσει.
Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να αποφύγω ένα ερώτημα: Αρκετοί από όσους έζησαν με ένταση τα γεγονότα αυτά, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο, έπαιξαν τη ζωή τους κορόνα γράμματα, έδρασαν, λίγο αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας, στον δημόσιο βίο της χώρας και δεν έδειξαν το ήθος που θα ανέμενε κανείς από αυτούς. Έκαναν μικροπολιτική χωρίς αρχές, αναμείχθηκαν σε σκάνδαλα, έστησαν εσωκομματικές δολοπλοκίες, λάτρεψαν την εξουσία, τη δύναμη και το χρήμα, σκέφτονταν δογματικά και φέρονταν μισαλλόδοξα. Είναι πικρό να το λες, αλλά είναι έτσι. Πώς έγινε αυτό, πώς ήταν δυνατό κάτι τέτοιο; Το ερώτημα είναι ζόρικο και έναντι των ζόρικων ερωτημάτων το πρώτο πράγμα που δεν χρειάζεται είναι η αφέλεια. Καθώς δεν μπορούμε τώρα να δώσουμε μια αναλυτική απάντηση, θα αρκεστώ σε δυο πολύ απλές παρατηρήσεις. Πρώτον, το ήθος δεν είναι, γενικώς, εύκολη υπόθεση και, δεύτερον, μια σημαντική ηθική πράξη που κάνουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας δεν αρκεί από μόνη της να μας κάνει ενάρετους ανθρώπους. Χρειάζεται εσωτερική ζωή, συνεχής ηθική αυτοεξέταση και συνειδησιακή επαγρύπνηση, κάτι που τα ρεύματα σκέψης στα οποία ανήκαν αυτοί οι άνθρωποι δεν το καλλιεργούσαν.

Το Πολυτεχνείο τελείωσε και από τον επόμενο Νοέμβριο, του 1974, αρχίζουν οι επετειακοί εορτασμοί του. Αρχικά, οι συγκλονιστικοί εορτασμοί των πρώτων επετείων με το ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην πορεία. Δυστυχώς δεν το έχετε γνωρίσει ούτε αυτό, έχετε γνωρίσει μόνο τον ευτελισμό του εορτασμού με τις γνωστές ηλιθιότητες και βαρβαρότητες, την καταστροφή της τυφλής βίας. Και θα αναρωτιέστε ίσως για ποιο λόγο να συμβαίνουν όλα αυτά. Και εδώ η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ένα ωστόσο είναι βέβαιο: Οι νέοι άνθρωποι που τα κάνουν αυτά δεν έχουν τίποτε να πουν, δεν έχουν τίποτε να εκφράσουν στο οποίο να αναγνωρίζεται συλλογικά η κοινωνία, και έτσι δεν μπορούν να συναντηθούν μαζί της, ξεκόβουν λοιπόν από αυτήν και στρέφονται εναντίον της, με μια αυτάρεσκη βία.

Τα τελευταία δυο τρία χρόνια υπάρχει και ένα άλλο φαινόμενο, η απόπειρα απομυθοποίησης του Πολυτεχνείου: «νεκροί δεν υπήρξαν», «όλα αυτά είναι ψέματα», «λίγοι αναρχικοί απλώς έκαναν ό,τι κάνουν και σήμερα». Όταν πρυτανεύει η άνευ όρων ατομική ευζωία και απόλαυση, όταν η μοίρα των άλλων, η μοίρα της κοινωνίας και του κόσμου μας αφήνει αδιάφορους, τότε τα κάθε είδους Πολυτεχνεία δεν μας αφορούν. Όταν η αλήθειά μας και η αξία μας είναι το κυνικό λαϊφστάιλ του περιοδικού Κλικ και των λοιπών Φιλισταίων, τότε το Πολυτεχνείο είναι ψέμα και απαξία. Για όλους αυτούς το Πολυτεχνείο πράγματι δεν έγινε.

Για τους υπόλοιπους, για εσάς –επιθυμώ να πιστεύω– τους υπόλοιπους, το Πολυτεχνείο του 1973 έχει ένα νόημα και σήμερα. Εάν λοιπόν πράγματι έχει, τότε ποιο μπορεί να είναι αυτό; Τα ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας δεν είναι ιερά και απαραβίαστα, δεν είναι μουσειακά εκθέματα, δεν είναι αντικείμενα λατρείας, αλλά αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους ζωντανούς, για τη δική τους ζωή, πολιτική σκέψη και πράξη. Όταν λοιπόν εσείς, αφού τελειώσετε το σχολείο, θα έχετε κάτι να πείτε που να αφορά συνολικά την κοινωνία, θα συναντηθείτε με το Πολυτεχνείο του ’73 και θα εμπνευστείτε από αυτό. Και θα του δώσετε νόημα. Το νόημα της δικής σας σκέψης και πράξης. Υπό έναν όρο: ότι η σκέψη και η πράξη σας θα πηγαίνει να συναντήσει την κοινωνία και να εκφράσει συλλογικές ανάγκες, αιτήματα και πόθους της προς την κατεύθυνση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης.

Το δικό μας Πολυτεχνείο, το Πολυτεχνείο του 1973, γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον ιστορικής καταστροφής, που ήταν η εφτάχρονη δικτατορία. Οι μεγάλες ιστορικές εμπειρίες, όταν οι άνθρωποι ξεπερνούν για λίγο τον εαυτό τους και τον φόβο τους, δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά την τραγωδία (πολέμους, δικτατορίες, ξένη κατοχή). Μπορούν να γεννηθούν και στο ειρηνικό περιβάλλον της δημοκρατίας. Σας εύχομαι λοιπόν, όταν έρθετε στην ηλικία μου, να έχετε και εσείς να διηγηθείτε ανάλογες ιστορίες στα παιδιά σας, ανάλογες, όχι ίδιες με αυτή που σας διηγούμαι εγώ σήμερα, και μακάρι να τις έχετε ζήσει σε ένα περιβάλλον ειρήνης και δημοκρατίας.

 

*O Σταύρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε το 1953 στη Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική και φιλολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στο Παρίσι. Δίδαξε πολλά χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Από το 1998 ως το 2012 διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία». Είναι πρόεδρος, από το 2008, του Δ.Σ. του βιβλικού ιδρύματος «Άρτος Ζωής». Το Φεβρουάριο 2013 ανέλαβε τη θέση του προέδρου του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το 2015 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s