pinakas

Γράφει η Νίνα Γεωργιάδου

Σε λίγο δικάζεται η δασκάλα της Σάμου που δέχτηκε προσφυγόπουλα στην τάξη της.
Δικάζεται γιατί δεν έγινε υπαλληλίσκος, αδιάφορη, πληκτική διεκπεραίωση, ανθρωπάκι, ταξινομητής, ιδιαιτερατζού, χαρτογιακάς. Έμεινε μόνο δασκάλα.

Πώς έγινε και την ώρα που αλυχτούσαν ευυπόλητοι γονείς έξω και μέσα από τα κάγκελα του σχολείου και ξεκινούσαν τ’ αλυχτίσματα με τη φράση, «δεν είμαστε ρατσιστές αλλά…» και μετά τα αλυχτίσματα γινόντουσαν κίτρινα και δυσώδη, «Κουβαλούν αρρώστιες. Είναι βρώμικα, Δεν ξέρουν ελληνικά. Δεν ξέρουν να κάνουν το σταυρό τους. Είναι εισβολείς, είναι τρομοκράτες, είναι αλλόθρησκοι, είναι ξένοι, είναι επικίνδυνοι, είναι σκόνη, είναι οι άλλοι. Δεν είναι εμείς» πώς έγινε λοιπόν και η δασκάλα δεν φοβήθηκε, αυτό είναι ελπίδα.

Είναι μια χειρολαβή σ’ αυτό το ματρακά, που τρέχει ξέφρενα στην κατηφόρα, με σπασμένα φρένα και σκασμένα λάστιχα.
Είναι μια γουλιά καθαρό νερό την ώρα της μεγάλης δίψας.

Η δασκάλα είδε κάτι μάτια πελώρια που μέσα τους είχαν τυπωθεί ερείπια, εκρήξεις, πυρπολημένα κτίρια, κομμένα πόδια και σκέφτηκε, «εγώ πρέπει να ξανακάνω όλον αυτό τον ερειπωμένο τόπο, μάτια».

Η δασκάλα είδε μια μικρή πλάτη, πρόωρα καμπουριασμένη, να κουβαλά μια φθαρμένη τσάντα, με σχολικά βιβλία σε άγνωστη γλώσσα και σκέφτηκε, «Δεν πνίγηκε στη θάλασσα και δεν θα το αφήσω να πνιγεί σ’ ένα βιβλίο με παιδικές ζωγραφιές»

Η δασκάλα είδε την αγέλη των ευυπόληπτων, άκουσε τα κίτρινα, δυσώδη αλυχτίσματα και σκέφτηκε, «αν φοβηθώ, δεν θα μπορώ πια να περπατώ όρθια, θα σέρνομαι. Δεν θα μπορώ να ξανατραγουδήσω παιδικά τραγούδια. Θα είμαι τόσο παράφωνη, που όλα τα παιδιά θα κλείνουν τρομαγμένα τ’ αυτιά τους. Δεν θα μπορώ να ξαναγράψω στον πίνακα πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αφού, θα έχω αποδεχτεί πως κάνουνε μηδέν.

Αν φοβηθώ, σημαίνει πως αποδέχομαι έναν κόσμο που τα παιδιά μπορεί και να ’ναι, σκόνη, σκουπίδια, εισβολείς, «πρόσχημα των γονιών τους για διακοπές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης». Λιντσαρισμένα τυφλά γατιά».

-Δασκάλα, είσαι ο στίχος του Μαχμούτ Νταρουί, «αχ και να ήμουν ένα κερί μες στο σκοτάδι»

Πριν καν μπουν τα προσφυγόπουλα στην τάξη σου, είχες ταξιδέψει μαζί τους στη σαπιόβαρκα, είχες ναυαγήσει μαζί τους στη νυχτερινή φουρτούνα, και δεν βούλιαξαν γιατί εσύ ήσουν σωσίβιο.

Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα καταμαρτυρήσει ένας ευυπόληπτος μάρτυρας κατηγορίας. Μπορώ ίσως διαβάζοντας τον τρόμο και την αθλιότητα του Γ’ Ράιχ, να δω τι φαντάστηκε ο Μπρεχτ.

Ούτε και να σκεφτώ μπορώ, τι μπορεί να πει ένας δικαστής όταν δικάζει ένα σωσίβιο.

Ξέρω όμως τι θα πεις εσύ. Ένα παιδικό τραγούδι.
Και θα τεντώσουν τ’ αυτιά τους, να τ’ ακούσουν, όλα τα χαμένα παιδιά, τα άλλα παιδιά, ακόμα και τα τυφλά, κακοποιημένα γατιά.
Και θα γεμίσουν όλα τα βιβλία με ευανάγνωστα γράμματα και παιδικές ζωγραφιές
Και πάνω στον πίνακα η κιμωλία θα γράψει μόνη της, δυο και δυο μας κάνουν τέσσερα.

One response »

  1. Ο/Η Μιχάλης Μηλιανός λέει:

    «Η ερώτηση είναι η εξής: Από πού έρχεται ο άνθρωπος; Πού πηγαίνει ο άνθρωπος; Μπορώ να δηλώσω με ευχαρίστηση πως ο άνθρωπος έρχεται και φεύγει μέσα στη νύχτα.» ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s