Vezyropoulos-1021x576-768x433

Φωτο: αρχείο Α. Βεζυρόπουλου

Γράφει ο Νικόλας Ζαρούφης*

Ο Βενιαμίν της οικογένειας ήμουν εγώ, το «αποκούνι[1]» τους δηλαδή, κι έτσι είχα όλα τα προνόμια. Περισσότερο φαγητό στο πιάτο, κανένα ζαχαρωτό που προοριζόταν μόνο για μένα, περισσότερα χάδια και παινέματα και καθόλου μαλώματα. «Εσύ να΄ σαι καλά, βασιλιά μου», μου ‘λεγε η μάνα μου κάθε φορά που έκανα καμιά ζημιά ή σκανδαλιά. Μα και πάλι δεν ήμουν ευχαριστημένος, γιατί έβλεπα την ταλαιπωρία που τράβαγε ο πατέρας μου προσπαθώντας να μεγαλώσει εμένα και τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια μου. Δούλευε στο λιμάνι ως καβοδέτης, κι απ΄ ό,τι θυμάμαι δεν είχε ποτέ σταθερή ώρα που ερχότανε ή που έφευγε από το σπίτι. Σε ανύποπτο χρόνο, κάτω από τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες, εκείνος έπρεπε να είναι στο πόστο του, να δέσει τους κάβους, ώστε να μπορέσει να λιμανιάσει[2] το καράβι. Έπειτα, φορτωνόταν σαν το μουλάρι τα δέματα από τον λοστρόμο και τα μοίραζε στα καταστήματα του νησιού, παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα για τον κόπο του.

Μια μέρα, ήρθε ο πατέρας στο σπίτι κουτσαίνοντας.

  • Ίντα που παθες; τον ρώτησα ανήσυχος.
  • Ήπεσε μια μποτίλια του γκαζού πάνω στο πο(δ)άρι μου και πονεί με, Νικολή μου.

Έτρεξα αμέσως κι έφερα μια σκουτέλα[3] με χλιαρό νερό κι αρχίνησα να του τρίβω το πόδι του.

  • Πονάς, πατέρα; τον ρώταγα.
  • Λαφραίνει ο πόνος, γιε μου, με το χεράκι σου.

Ξαφνικά μπαίνει η μάνα μέσα στο δωμάτιο και της πέφτουν τα πιάτα που κρατούσε στα χέρια.

  • Αριστοκλή, ίντα που παθες; τον ρώτησε κατατρομαγμένη.

Αφού της περιέγραψε το ατύχημα, εκείνη επέμενε να πάμε γρήγορα στον γιατρό. Μα ο πατέρας μου, ανένδοτος, ούτε που να ακούσει για γιατρούς δεν ήθελε. Οι γιατροί ήταν για τους ετοιμοθάνατους και τους ανήμπορους κι ο πατέρας μου ποτέ δεν αισθάνθηκε έτσι.

  • Αγύριστη κεφαλή, γκρίνιαξε η μάνα, σκούντρανος[4]! Νικολή μου, πιάσε μια πατσαούρα[5] και ένα κρομύ(δ)ι και φέρτα.
  • Ίντα που τα θέλεις φτα μάνα; την ρώτησα με απορία.
  • Κάμε, ρε κουλούκι[6], ό,τι σου λέω κι άσε τις ερωτήσεις! απάντησε προστακτικά εκείνη.

Της έφερα το κρεμμύδι και την πετσέτα κι η μάνα άρχισε να το κοπανά μέχρι που το κανε λιώμα.

  • Μ΄αυτό ημπλάστρωσα[7] το πο(δ)άρι του, θα λεβάρει[8] τον πόνο που το ματζούκιασμα[9], μου εξήγησε, καθώς έβαζε κομπρέσες στουμπισμένου κρεμμυδιού στο πρησμένο πόδι.

Ο πατέρας, ευχαριστημένος και από το γιατρικό της μάνας αλλά και από την προθυμία μου να εκτελώ χρέη βοηθού νοσοκόμου, με έπιασε από τους ώμους τρυφερά.

  • Βρε, τον Νικολή μου, που μεγάλωσε κι αυτός. Πάει και το ποκούνι μας, σε λίγο θα του γυρεύγουμε και νύφη, Βαγγελιώ! είπε γελώντας στην μάνα μου.

Εγώ κοκκίνησα, αλλά μέσα μου ένιωσα αντράκι με αυτή την κουβέντα του πατέρα μου. Πάνω στην ώρα ήρθανε και τα άλλα μου αδέλφια, ο Μανώλης, ο Μικές, ο Γιάννης και η Βίκυ και μαζεύτηκαν ανήσυχοι γύρω από τον πατέρα.

  • Ψος[10] θα πάει τώρα στη θέση μου; ρώτησε εκείνος. Κάμετε κουμάντο, πρέπει να γένει η δουλειά, φτη είναι το ψωμί μας. Ψος θα πάει στο πο(δ)άρι μου πόψε να δέσει τους κάβους;

Ακούστηκε μια χορωδία από στόματα να λένε ταυτόχρονα «εγώ, πατέρα!». Η δική μου φωνή σκεπάστηκε από τις πιο αντρικές και μπάσες φωνές των αδελφών μου. Όταν επικράτησε σιωπή, ξανάπα δυνατά: «Εγώ, πατέρα, μην χολιάς[11]! Ξεκουράσου συ κι εγώ θα την κάμω τη δουλειά». Πρέπει να ΄μουν τότε έξι-εφτά χρονών. Ξέσπασαν όλοι σε ένα δυνατό γέλιο κι εγώ κοκκίνησα. Θύμωσα που δεν με παίρναν στα σοβαρά. Πριν λίγο ο πατέρας έλεγε πως μεγάλωσα, πως έγινα αντράκι και πως όπου  να΄ ναι θα μου βρίσκαν νύφη και τώρα με περιγελούσαν;

  • Εσύ να κάτσεις ταγά[12]! μου είπε ο μεγαλύτερος, ο Γιάννης, που ήταν πολύ μπρατσωμένος από την οικοδομή που δούλευε. Δεν ξέρεις από κάβους, λοστρόμους και τέτοια.
  • Τράβα εσύ στους κάβους κι εγώ θα μπω να πάρω τα δέματα, επέμενα.

Είχα μουλαρώσει! Δεν υπήρχε περίπτωση να άφηνα αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη. Θα μπορούσα να αποδείξω σε όλους πως μεγάλωσα, πως μπορούσαν να βασίζονται πάνω μου, πως αρκετά με έθρεψαν εφτά χρόνια, τώρα μπορούσα να τους θρέψω κι εγώ. Θα με κοιτούσαν όλοι στο λιμάνι να κουβαλώ τα δέματα και θα λέγαν με καμάρι «Βρε, αυτό δεν είναι το Νικολή τ’ Αριστοκλή; Για δε! Σωστό αντράκι έγινε!».

  • Θα πάω μαζί με τον Γιάννη, είπα με κοφτό τρόπο που δε σήκωνε αντιρρήσεις.
  • Για δε πείσμα το μικρό! κρυφογέλασε ο πατέρας. Εντάξει λοιπόν, πάρ’ τον, Γιάννη, μαζί σου για παρέα, πάρ’ του και μια τυρόπιτα και κράτα τον στο τρίκυκλο μέχρι με τελέψεις. Κι εσύ, μικρέ, πήγαινε αλλά κάτσε όμορφα, ε;

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, κοντά στο ξημέρωμα, πετάχτηκα από το κρεβάτι γεμάτος ανυπομονησία. Είχα πλαγιάσει φορώντας τα ρούχα και τα παπούτσια, μην τύχει και παρακοιμηθώ κι αργήσω πρώτη μέρα στη δουλειά μου.

  • Μισό λεπτό, να πάρω κάτι και φύγαμε, φώναξα του αδελφού μου.

Βγήκα από το δωμάτιο κρατώντας ένα κουτί στα χέρια.

  • Τι είναι αυτό; με ρώτησε ο πατέρας.
  • Τα παιχνίδια μου!
  • Ορίστε, θέλει και δουλειά το αντράκι! είπε εκείνος γελώντας κοροϊδευτικά.

Μα εγώ είχα άλλο σχέδιο στο νου μου που δεν του το φανέρωνα.

Φτάσαμε στην προβλήτα την ώρα που το καράβι έμπαινε στην μπούκα του λιμανιού.

  • Γιάννη, φώναξα στον αδελφό μου, τώρα θα δουν ποιος είναι ο Νικολής! Δέσε κάβο εσύ κι εγώ ξέρω. Πρόσεχε το βιλάι[13] από το πατέλι[14] σου! Δέσε και φύγε πριν τεντώσει ο κάβος!

Τον βομβάρδιζα ασταμάτητα με συμβουλές, μ ΄αυτά που άκουγα να λεν οι καβοδέτες μεταξύ τους και φούσκωνα από περηφάνια για τις γνώσεις μου.

  • Σκάσε, ρε μπιρμπίλι[15], με τρέλανες! Πανάθεμα το μικρό, δασκαλίκι που μου κάνει! μουρμούρισε θυμωμένος ο αδελφός μου.

Τον άφησα την ώρα που έδενε τον κάβο, πήρα το κουτί από το τρίκυκλο κι έτρεξα γρήγορα πάνω στην μπουκαπόρτα. Ο αδελφός μου δεν με είχε δει. Χώθηκα σα σίφουνας στο καράβι και πήγα καρφί στον λοστρόμο.

  • Βρε, καλώς το Νικολιό! μου είπε εκείνος χαμογελαστός. Τι κάνεις μόνος εδώ, τέτοια ώρα;
  • Θείε Μιχάλη, το και το έγινε με τον πατέρα μου. Τώρα δουλεύω εγώ στο πόδι του. Σου φερα τσιγάρα Ντάχελ και 2 μπουκάλια ουίσκι. Τα θες;
  • Βρε, άμα με δει κανείς θα χάσω τη δουλειά μου! Πού τα βρήκες; με ρώτησε παίρνοντας το κουτί από τα χέρια μου.
  • Θείε Μιχάλη, τα ουίσκια έχουν 500 δραχμές και τα τσιγάρα 250. Σύνολο… 750 δραχμές, έτσι δεν είναι;

Χωρίς άλλες ερωτήσεις, ο λοστρόμος μου έδωσε τα χρήματα, κοιτώντας γύρω του με αγωνία, μήπως μας έβλεπε κανείς. Μου έδωσε και δυο πήλινα γιαούρτια πεσκέσι.

  • Πανάθεμα τον μικρό! Πάρ’τα και μην το ξανακάνεις!

Γύρισα τρέχοντας στο τρίκυκλο κρατώντας τα γιαούρτια στα χέρια και τα χρήματα στην τσέπη. Ένιωθα πως είχα γυρίσει από τον πόλεμο, νικητής και τροπαιοφόρος. Περίμενα να μου έχουν στρωμένο το δρόμο με ρόδα να πατήσω στο σπίτι. Θα με αγκάλιαζαν όλοι, θα έκλαιγαν από την περηφάνια που τους έφερνα τόσα λεφτά, θα με επαινούσαν πως έκανα το λαθρεμπόριο χωρίς να με πάρει κανείς χαμπάρι. Είχα από καιρό δει στο υπόγειο τον πατέρα μου να κρύβει τσιγάρα και ποτά, που τα προμήθευε κρυφά στους λοστρόμους, όταν έπιαναν λιμάνι. Ήξερα πως ήταν παράνομο κι επικίνδυνο, ήξερα όμως πως όλοι θαύμαζαν τους κοντραμπατζήδες[16] για το θάρρος τους κι αυτό με έκανε να λαχταρώ ακόμα πιο πολύ να βγάλω σε πέρας την επικίνδυνη αποστολή. Θα άφηνε από δω και πέρα ο πατέρας τον Γιάννη να δένει τους κάβους κι εγώ θα γινόμουν ο πιο νέος κοντραμπατζής, σπουδαίος και τρανός,  ατρόμητος και σβέλτος, σωστό αερικό, που θα ξέφευγε πάντα μέσα απ΄ τα χέρια των αρχών! Μα λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο…

  • Βρε, θα με κλείσεις μέσα!! ούρλιαζε ο πατέρας μου, ενώ ταυτόχρονα έλυνε από το παντελόνι τη ζώνη του, που προορίζονταν για τα τρυφερά μου οπίσθια. Μα που να με πάρει ο διάολος, παλιόσκυλε, ψος σου πε να ‘νεκατευτείς[17];
  • Ήθελα μόνο να φέρω λεφτά σπίτι, είπα μυξοκλαίγοντας.
  • Ρε, τον λούμπουνα[18], θα με βάλει σε μπελά με το λιμεναρχείο!
  • Μα μου΄πες πως έγινα αντράκι, συνέχισα κλαίγοντας.

Ο πατέρας μου μαλάκωσε ξαφνικά. Έβαλε πάλι πίσω τη ζώνη στο παντελόνι του. Άναψε τσιγάρο, έκατσε κοντά μου και μου είπε:

  • «Κοντραμπατζήδικη ζωή, γεμάτη με μεράκια, μα σα θα μπεις στη φυλακή, σου γίνονται φαρμάκια!». Άιντε, Νικολή μου, να μην το ξανακάνεις και να μην ονειρεύεσαι μια τέτοια ζωή. Είσαι πια σωστό παλληκάρι, δεν έχεις ανάγκη να σαπίσεις μια μέρα στη φυλακή. Θα βγάλεις συ πιο πολλά λεφτά από μένα, μα θα τα βγάλεις με την προκοπή σου, χωρίς να κρύβεσαι συνέχεια από τους πολιτσμάνους.
  • Σ΄ αγαπώ, μπαμπά. Δεν θέλω να σε στενοχωρώ.
  • Κι εγώ σ΄αγαπώ, Νικολή. Είσαι το αποκούνι μου. Μα μην το ξανακάνεις!

Έτσι, τερμάτισε άδοξα η καριέρα μου σαν κοντραμπατζής. Ένα μόνο παράνομο φορτίο πρόλαβα να παραδώσω όλο κι όλο στον λοστρόμο. Όμως, από την μέρα εκείνη, θαρρώ πως όλοι μέσα στο σπίτι με κοιτούσαν πια με μεγαλύτερο σεβασμό, σα να ΄βλεπαν μπροστά τους έναν ακέραιο άντρα. Είχα κερδίσει με το σπαθί μου μια θέση στα αρσενικά του σπιτιού. Από την επόμενη κιόλας μέρα χάρισα τα λιγοστά παιχνίδια μου σε ένα πιο μικρό αγόρι της γειτονιάς. Δεν τα χρειαζόμουν πια. Είχε κανονίσει ο πατέρας μου να δουλεύω στις αργίες και στις διακοπές του σχολείου βοηθός σε έναν μπογιατζή, να του κουβαλώ τις μπογιές και να του πλένω τα πινέλα. Μπορεί να μην είχα βέβαια την δόξα του κοντραμπατζή, έφερνα όμως ένα μικρό μεροκάματο στο σπίτι κι αυτό ήταν για μένα η μεγαλύτερη δόξα.

[1] Το τελευταίο παιδί μιας οικογένειας

[2] Αγκυροβολεί στο λιμάνι

[3] λεκάνη

[4] Πεισματάρης, ισχυρογνώμων

[5] πατσαβούρα

[6] Μικρός σκύλος

[7] Επιθέτω έμπλαστρο

[8] Τραβώ αλυσίδα ή παλαμάρι- εδώ: παίρνω, τραβώ

[9] Χτύπημα με μώλωπα

[10] ποιος

[11] Μην στενοχωριέσαι

[12] Εδώ

[13] Το λεπτό σκοινί στην άκρη των κάβων για τον ευκολότερο χειρισμό τους στην πρόσδεση των πλοίων.

[14] Το κούτελο

[15] Τουρκ. Το αηδόνι- εδώ: ο φλύαρος

[16] λαθρέμποροι

[17] Να ανακατευτείς

[18] Το καρούμπαλο, μεταφ. Ο ενοχλητικός

*Ο Νικόλας Ζαρούφης είναι μαθητής του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό του «Ο πιο μικρός κοντραμπατζής» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s