pserimos2-640x360

Φωτο Άννα Μαύρου

Γράφει ο Δημήτρης Αμπελάς*

Μικρό το χωριό στο ακριτικό νησάκι. Απομονωμένο από τον άλλο κόσμο, μα τα στενά, πέτρινα σοκάκια γεμίζουν από τις φιγούρες των σαράντα ανθρώπων του, πριν ακόμα χαράξει η αυγή. Όλοι γνωστοί, όλα γνώριμα, ακόμα και τα βήματά τους προκαθορισμένα και αυτά, γνωστά.

Ξημέρωσε για τα καλά. Ο δάσκαλος- η τρίτη από τις τέσσερις εξουσίες του χωριού- για τυπικούς λόγους χτυπάει το κουδούνι. Έξι οι μαθητές διαφορετικής ηλικίας, επτά οι ψυχές με αυτόν μαζί. Το απουσιολόγιο συμπληρώνεται με τα μάτια.

  • Πού είναι ο Δημήτρης; ρώτησε αυστηρά ο δάσκαλος.

Τα παιδικά βλέμματα διασταυρώθηκαν με απορία. Σιωπή..

  • Τον είδατε μωρέ το πρωί; μαλάκωσε η χροιά της φωνής του, γέμισε αγωνία.

Σιωπή..

  • Πάμε να βρούμε τον Δημήτρη, είπε με αυστηρή και αποφασιστική φωνή η τρίτη εξουσία.

Βιβλία και μολύβια έμειναν στο παγωμένο δωμάτιο, που το έλεγαν τάξη στο χωριό. Οι ψυχές έφυγαν.

Στο μονοπάτι που πηγαίναν για το σπίτι του Δημήτρη κοντοστάθηκαν έξω από το εκκλησάκι της Κοιμήσεως της Παναγιάς.

  • Παπά- Ανέστη! Φώναξε ο δάσκαλος.

Με μιας πετάχτηκε έξω στο προαύλιο του ναού ο γέροντας, διακόπτοντας την πρωινή λειτουργία του.

  • Πού πάτε ωρέ παιδιά τέτοιαν ώρα; αναρωτήθηκε η δεύτερη εξουσία του χωριού, ο παπάς.
  • Είδες τον Δημητράκη, γέροντα;

Και ο τόνος της φωνής του δασκάλου ήταν σαν κάλεσμα που έλεγε «έλα μαζί μας, γέροντα, το παιδί δεν ήρθε στο σχολείο».

Η δεύτερη και η τρίτη εξουσία, μαζί με τις άλλες έξι ψυχές, κατηφόριζαν το μονοπάτι που πήγαινε για το σπίτι του Δημήτρη.

  • Μαρία, είπε ο παπάς.
  • Ναι, γέροντα, απάντησε χαμηλόφωνα η μικρή.
  • Πήγαινε στο καφενείο, που είναι ο πρόεδρος, και πες του να έρθει στο σπίτι του Δημητράκη.

Δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα η Μαρία. Χωρίς να αλλάξει το  βηματισμό της έστριψε δεξιά, αποσπάστηκε από την ομάδα, μπήκε σε άλλο μονοπάτι, πέτρινο κι αυτό. Αποστολή της ήταν πλέον να ενημερώσει την πρώτη εξουσία του χωριού, τον πρόεδρο.

Έξω από το σπίτι του Δημήτρη τα πάντα ήταν ήσυχα. Μόνο οι κότες στο κοτέτσι θα μπορούσαν να σου τραβήξουν την προσοχή. Μα και αυτές ανενόχλητες συνέχιζαν την κανονικότητα του έργου τους χωρίς να ταράζονται από την παρουσία της ομάδας.

  • Φωτεινή! Φωτεινή!

Φώναξε με βροντερή φωνή ο παπάς, χτυπώντας με δύναμη την πόρτα. Η Φωτεινή, η μητέρα του Δημήτρη, είναι η μόνη που θα μπορούσε να είναι στο σπίτι τέτοια ώρα. Ήξερε ο γέροντας πως ο πατέρας του, ο Θανάσης, ήταν στην μάντρα με τα ζώα τους, περίπου πενήντα λεπτά δρόμος. Αδέλφια ο Δημήτρης δεν είχε. Η μητέρα, αν δεν ήταν στην μάντρα με τον άντρα της, σίγουρα θα ήταν στο σπίτι.

  • Φωτεινή! Φωτεινή!… Δεν είναι εδώ, είπε ο παπάς.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ο γέροντας σηκώνει την γλάστρα, που βρίσκεται στα αριστερά της πόρτας, παίρνει το κλειδί και ανοίγει την πόρτα. Μόνο οι δυο εξουσίες όρμησαν μέσα, ο δάσκαλος και ο παπάς. Με μιας βρήκαν τον Δημήτρη στο κρεβάτι, κατακόκκινο.

  • Δημητράκη! είπαν ταυτόχρονα.

Ο δάσκαλος παίρνει στην αγκαλιά του το παιδί, κρατώντας το σφιχτά πάνω του, και προσπαθεί να κάνει διάγνωση.

  • Ψήνεται το παιδί! είπε χαμηλόφωνα στον γέροντα.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον λόγο του, και η πρώτη εξουσία, ο πρόεδρος, έχει σταθεί δίπλα στον παπά κοιτώντας κατάματα τον δάσκαλο και το παιδί.

  • Ψήνεται στον πυρετό! ξαναλέει ο δάσκαλος.

Ο πρόεδρος, χωρίς να χάσει χρόνο, βγαίνει στην εξώθυρα του σπιτιού.

  • Μιχαλάκη, τρέξε στον δόκιμο γρήγορα και πες του να΄ρθει με τον γιατρό. Ο Δημητράκης ψήνεται στον πυρετό!
  • Γιώργη, τρέξε στην μάντρα του κυρ Θανάση και πες τους ότι ο Δημήτρης αρρώστησε.
  • Κατερίνα, πήγαινε στην κυρά μαμή και πες της να έρθει γρήγορα!

Τα παιδιά ξεκίνησαν τρέχοντας για τις αποστολές τους. Μόνο η Ελενίτσα, που είναι η πιο μικρή από όλους, έμεινε χωρίς αποστολή. Μα κι εκείνη αδιαμαρτύρητα και σιωπηλά καρτερούσε για την δική της αποστολή.

Ο δόκιμος, η τέταρτη εξουσία, είναι ο έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Στο καφενείο του χωριού το τραπέζι που βρίσκεται κάτω από τον μοναδικό πλάτανο του νησιού έχει τέσσερις καρέκλες. Κανένας από τους χωριανούς δεν κάθεται σε αυτό το τραπέζι. Όχι από φόβο. Όχι! Αυτό το τραπέζι όλοι οι χωριανοί το αγαπάνε και νιώθουν χαρά και σιγουριά όταν αυτό γεμίζει. Στην μεγάλη πλευρά του τραπεζιού με πλάτη στον πλάτανο, η δεξιά καρέκλα είναι του προέδρου, η αριστερή του παπά. Στο δεξί κεφάλι του τραπεζιού, δίπλα στον πρόεδρο, κάθεται ο δάσκαλος. Στο αριστερό κεφάλι του τραπεζιού, δίπλα στον παπά, ο δόκιμος. Οι εξουσίες!

Στο σπίτι ο δάσκαλος έδωσε τον Δημήτρη στην αγκαλιά του γέροντα, που τον κρατούσε σφιχτά. Πήρε ένα καθαρό βαμβακερό πανί, το πρώτο που βρήκε μπροστά του, το βούτηξε σε νερό και ξύδι και το άπλωσε στο μέτωπο του Δημήτρη.

Ο δόκιμος με τον νοσοκόμο, έφεδρος στρατιώτης κι αυτός, δεν άργησαν. Ήρθαν στην ώρα τους, με όλο τον σύγχρονο εξοπλισμό τους, το θερμόμετρο, τα αντιπυρετικά φάρμακα, τα πάντα. Όλα τα καλά που μπορούσαν να έχουν διαθέσιμα από τον έξω κόσμο στο μικρό, παραθαλάσσιο χωριό τους. Και η κυρά μαμή ήρθε γρήγορα. Και αυτή με τα καλούδια της, αυτά που το λιγοστό κρυμμένο χώμα, ανάμεσα στους βράχους του νησιού, της έδινε απλόχερα. Θυμάρι για τον πυρετό και τον βήχα, θρύμπη[1] για τις διάρροιες και τον πονόκοιλο, αλισφακιά για την εφίδρωση και την τόνωση της καρδιάς, ρίζες κάπαρης για αρθριτικά και ρευματισμούς αλλά και για να βοηθήσει την ετοιμόγεννη προκαλώντας συσπάσεις στη μήτρα. Είναι τα ίδια καλούδια που ο τόπος τους έδινε και στη μάνα της και στη γιαγιά της κα στην προγιαγιά της. Ο τόπος τους, η άλλη εξουσία.

Όλοι πέρασαν από τον μικρό Δημήτρη, όλοι.

Και ο Δημήτρης γρήγορα θα γίνει καλά. Σίγουρα θα γίνει και πάλι δυνατός, πιο  δυνατός από ό,τι ήταν πρώτα. Και η μικρή Ελενίτσα, η πιο μικρή, που περίμενε καρτερικά αποστολή, και εκείνη θα βρει την δική της αποστολή. Και τα βιβλία και τα μολύβια, που έμειναν στην παγωμένη τάξη εκείνη την μέρα, είχαν την δική τους αποστολή. Και το απουσιολόγιο, που γράφτηκε με τα μάτια, και αυτό την δική του. Και το τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες κάτω από τον πλάτανο του καφενείου έχει την δική του αποστολή. Αποστολή με άδεια αίθουσα διδασκαλίας, με τα βιβλία, τα μολύβια και το απουσιολόγιο να γράφουν ιστορία μόνα τους. Από την εκκλησία της Κοιμήσεως, χωρίς παπά, να ψάλλεται η ομορφότερη προσευχή, το κοινοτικό γραφείο  χωρίς πρόεδρο, το φυλάκιο του στρατού χωρίς δόκιμο.

Πάνω από όλες τις εξουσίες αυτή την ημέρα είναι ένα παιδί. Το παιδί που λείπει.

——————————————————————————————————-

 Η Άννα Μαύρου ήταν η 12χρονη τελευταία μαθήτρια του Δημοτικού σχολείου Ψερίμου. Το 2009 η Άννα μαζί με τη δασκάλα αλλά πάνω από όλα φίλη της, Χαρά Αγγελάτου, θα σφραγίσουν την πόρτα του σχολείου. To μήνυμα της τελευταίας δασκάλας, στον πίνακα του Δημοτικού σχολείου συγκινεί: «Τρίτη 16 Ιουνίου 2009. Κάθε μαθητής και κάθε δάσκαλος έχει αφήσει μέσα σε αυτή την αίθουσα ένα κομμάτι από την ψυχή του… Τα κομμάτια αυτά φτιάχνουν μια γλυκιά ιστορία, που ελπίζω να μην ξεχαστεί». (απόσπασμα από άρθρο της Μάχης Χριστοφορίδου με τίτλο «Ψέριμος: η τελευταία μαθήτρια»)

[1] θρούμπι

*Ο Δημήτρης Αμπελάς είναι μαθητής του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό του «Ένα παιδί λείπει» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s