panagia_spathia_dakri-696x507Γράφει ο Σκεύος Νυστάζος*

Στο σπίτι επικρατούσε μια περίεργη ησυχία. Καθόμασταν όλοι γύρω από το μαγκάλι και δεν μιλούσε κανείς. Η μάνα στο παραθύρι κοιτούσε έξω το χαντιρίμι[1].

  • Μαρία, έλα κάθισε, της λέει η παλιά[2] μου.
  • Άσε, μάνα, δυο βράδια τώρα ο ίδιος καιρός. Σκοτάδι και αέρας, σαν να ‘ρχεται κάνα κακό…
  • Ίντα ξεστομίζεις; Όλοι οι καιροί του θεού είναι!

Φάγαμε τις ελιές και τα παξιμάδια που είχε στρώσει η γιαγιά. Ήπιαμε και καυτό τσάι αμίλητοι. Ο άνεμος έξω λυσσομανούσε. Η μάνα κι ο πατέρας καληνύχτισαν κι ανέβηκαν για ύπνο στο ανώι. Μείναμε με την παλιά μου, ξαπλωμένοι στον κράτθο[3].

  • Αγιά[4], της λέω, ΄λήθεια φτος[5] ο καιρός φέρνει κακό;
  • Όχι γιε μου, μα φέρνει μαντάτα. Φήσε[6] αναμμένο το κερί στο παραθύρι, να βλέπουν οι περαστικοί και να παίρνουν θάρρος ότι υπάρχει κάπου φως.

Λες και το ήξερε! Μετά από λίγο χτυπούσε η πόρτα. «Ποιος είναι;» φώναξε δυνατά ο πατέρας από το ανώι. «Ο Γιωργής, από το πέρα μαράσι, φέρνω προξενιά!» ακούστηκε η φωνή στην πόρτα. Ο πατέρας κατέβηκε βιαστικά και του άνοιξε. Ο Γιωργής στεκόταν απ΄έξω, κρατώντας ένα φανάρι στο χέρι.

  • Πέρνα μέσα, άνθρωπέ μου, νύχτα είναι αυτή για προξενιά; του είπε ο πατέρας γελώντας.

Ο πατέρας μας έκανε νεύμα να πάμε πάνω, να μην ακούσουμε την κουβέντα. Μα εγώ κρύφτηκα στην πάνω μεριά της σκάλας, για να κρυφακούσω. Οι δυο άντρες έβαλαν στα ποτήρια τους ανάμα και τσούγκρισαν.

  • Άκου, Ποθητέ, ξεκίνησε ο προξενητής. Του Γιάννη ο γιος, ο Θέμελης, είδε την Ερήνη σου στον χορό της Παναγιάς και του άρεσε πολύ. Η μάνα του μ’ έστειλε να΄ρθω να σε ρωτήσω. Ο γαμπρός έχει πολλά καλά, δεν θέλει προίκα. Μόνο που οι δουλειές του είναι έξω, στην Οδησσό, κι αν θέλει η Ερήνη, πρέπει να πάει μαζί του.
  • Η Ερήνη, πες της μάνας του, έχει πιο πολλά από κείνον, μα εγώ τους ευχαριστώ που μας τίμησαν. Θα ρωτήσω το Ρηνιώ αύριο και θα σας δώσω απόκριση. Πάγαινε τώρα, είναι αργά, μη σε δούνε να βγαίνεις την πόρτα μου τέτοια ώρα..

Αφού έφυγε ο προξενητής, ο πατέρας φώναξε κάτω το Ρηνιώ. Ερήνη, αυτό κι αυτό. Εσύ τι γνώμη έχεις; Πατέρα, εγώ τον είδα τον Θέμελη προχθές στην Παναγιά. Αν μου δίνεις την ευχή σου, εγώ τον θέλω.

Δυο μήνες μετά κατεβαίναμε στο λιμάνι να αποχαιρετήσουμε το Ρηνιώ μας. Έφευγε με τον άντρα της για τη Ρωσία. Η μάνα κι η παλιά μου έχουν πλαντάξει στο κλάμα, ο πατέρας καπνίζει νευρικά το΄να τσιγάρο πίσω από το άλλο και τα μάτια του είναι υγρά. Εγώ κρατώ την φουστάνα της παλιάς μου και σκουπίζω εκεί τα μάτια μου. Αγκαλιές, κλάματα, αναφιλητά, ευχές, υποσχέσεις, όρκοι για αντάμωμα. «Να’ ρτείτε γρήγορα!» φωνάζει ο πατέρας, μα το Ρηνιώ έχει ήδη απομακρυνθεί με την λάντζα[7] και δεν ακούει τα λόγια του. Από στεριά κι από θάλασσα ανεμίζουν λευκά μαντήλια. Μέχρι που έγιναν μικρές, άσπρες κηλίδες που της κατάπιε το γαλάζιο.

Πέρασαν  πολλοί μήνες χωρίς να μάθουμε κανένα νέο από την αδελφή μου. Κάποιο βράδυ, καθισμένοι πάλι σιωπηλοί γύρω από το μαγκάλι, ακούγαμε έξω τον αέρα να φυσά με λύσσα. Δεν λέγαμε κουβέντα. Μόνο πού και πού η μάνα κι η παλιά μου σταυροκοπιόντουσαν και τις άκουγα να ψιθυρίζουν «Να΄ναι καλά οι ξενιτεμένοι»

  • Πάλι φυσά, αγιά, φωνάζω. Πάλι φυσά! Λες να ΄ρχονται μαντάτα;
  • Κάμε, Παναγιά μου, να΄ναι από την Ερήνη, λέει εκείνη.

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ακούμε τη φωνή του ταχυδρόμου στην αυλή μας «Έχετε γράμμα! Είναι από την Οδησσό!». Τρέξαμε όλοι έξω και η μάνα άρπαξε τον φάκελο κι άρχισε να τον φιλά με ευλάβεια. Μαζεύτηκαν κι άλλες γυναίκες από την γειτονιά και όλοι μαζί κάτσαμε γύρω από το τραπέζι κρατώντας την ανάσα μας, σαν να ‘ταν να περάσουν τα Άγια των Αγίων από μπροστά μας. Ένας γείτονας, που ήξερε λίγα γράμματα, άρχισε να διαβάζει το γράμμα της αδελφής μου:

«Εν Οδησσώ την 26η Δεκεμβρίου 1909. Αγαπητοί μου γονείς, την δεξιά σας χείρα ασπάζομαι…» και συνέχισε με ευχές και να μας λέει για τη ζωή της εκεί, είναι όλα πανέμορφα, περνάει καλά, χαίρει άκρας υγείας και το ίδιο επιθυμεί και για εμάς, μα της λείπουμε πολύ..

  • Εμάς, Ερήνη μου, να δεις πόσο μας λείπεις! φωνάζει ο πατέρας συγκινημένος.

Μετά από αυτό το πρώτο γράμμα ακολούθησαν κι άλλα πολλά, μαζί με δώρα και βυζαντινές εικόνες. Αλλά το Ρηνιώ κόμα να ρθει και η παλιά μου μεγάλωνε και έλεγε πως δεν θα προλάβει να την δει ζωντανή. Περάσανε μήνες, χρόνια. Είχα σχεδόν ξεχάσει το πρόσωπο της αδελφής μου, μόνο που ένιωθα τους ασπασμούς της ακόμα μέσα στα γράμματα.

Γυρνώντας μια μέρα από την δουλειά, βλέπω πολύ κόσμο μαζεμένο στην αυλή του σπιτιού. Η καρδιά μου σφίχτηκε. «Η παλιά μου..» σκέφτηκα. Μα οι φωνές του κόσμου μπερδεύονταν με γέλια. Όρμησα μέσα στο πλήθος. «Καλώς τα δέχθηκες, ήρθε το Ρηνιώ σας!». Δεν πίστευα στα αυτιά και στα μάτια μου. Μπροστά μου έστεκε μια καλοντυμένη γυναίκα, με μαζεμένα τα μαλλιά της σε καλοχτενισμένο κότσο. Ήταν τόσο όμορφη!  Αν την έβλεπα στον δρόμο, δεν θα την γνώριζα. Μου ρθε στο μυαλό ένα τραγούδι που της έλεγαν μικρή, όταν χόρευε στο συχώριο της Παναγιάς.

«Όμορφη με τα σωστά του Ποθητού η κόρη

σαν πέρδικα καμαρωτή που κελαηδεί στα όρη»

Η Ειρήνη με τον άντρα της είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από την βιαιότητα των συγκρούσεων, μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων, και να φτάσουν ασφαλείς πίσω στην πατρίδα. Πολλοί όμως Έλληνες δεν τα είχαν καταφέρει και εγκλωβίστηκαν στην Οδησσό από το καθεστώς που επικρατούσε εκεί.

  • Κάντε χώρο, κάντε χώρο, έρχεται ο παπάς.
  • Ευλογείτε, ακούστηκε μια φωνή μέσα στο πλήθος.

Είχαν καλέσει τον παπά για αγιασμό, η μάνα είχε ήδη ετοιμάσει την κρυστάλλινη λεκάνη με τον βασιλικό. «Δεν τα΄μαθες; Η Ερήνη μας έφερε μαζί της την εικόνα της Παναγιάς. Από θαύμα κατάφεραν μόνο αυτή να σώσουν!» μου εξήγησε ο πατέρας. Στην μέση της αυλής, πάνω στο τραπέζι, στεκόταν σαν βασίλισσα όρθιο το όμορφο εικόνισμα. «Αρί, τι ευωδιά που βγάζει!» σχολίαζαν κάποιες γειτόνισσες κι έκαναν τον σταυρό τους. Μόλις τελείωσε ο αγιασμός, όλοι θέλανε να ακούσουν από τα χείλη της Ρηνιώς την ιστορία της εικόνας που ευωδίαζε. Καθίσαμε γύρω-γύρω στις πεζούλες κι η αδελφή μου άρχισε να εξιστορεί:

«Μας ειδοποίησαν να πάρουμε μαζί μόνο τα ρούχα της σάρκας μας. Μας πέταξαν έξω στον δρόμο κι αρχίσαμε να προχωράμε όλοι μαζί, μπουλούκια- μπουλούκια προς τα σύνορα. Στο δρόμο δεχόμασταν ύβρεις, απειλές, μας έψαχναν συνέχεια κι έπαιρναν ό,τι πολύτιμο κουβαλούσαμε. Χρήματα, χρυσαφικά, εικόνες. Εγώ είχα μόνο ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια, που τα΄χα καλά κρυμμένα σε ένα καλάθι και σκεπασμένα με παξιμάδια. Το κρύο ήταν ανυπόφορο, τα πόδια μας δεν βαστούσαν άλλο. Περνώντας από ένα μισοκαμένο μοναστήρι ψιθύρισα «Θέε μου, σώσε μας!». Και ξάφνου, βλέπω πεσμένο μέσα σε ένα ρυάκι έναν καλόγερο. Ήταν γέρος και χτυπημένος. Έτρεξα να τον βοηθήσω να σηκωθεί, μα εκείνος με δυσκολία ανάσαινε. Με κοίταξε στα μάτια και έβγαλε μέσα από τα ράσα του την εικόνα της Παναγιάς. «Κόρη μου, σώσε την εικόνα, όχι εμένα» μου είπε δίνοντάς μου το εικόνισμα και ξεψύχησε μπροστά στα μάτια μου. Προσκύνησα με δάκρυα τον γέροντα και την Παναγιά και της υποσχέθηκα ότι θα την πάρω μαζί μου. Από εκείνη την στιγμή η εικόνα άρχισε να αναδίδει μια απόκοσμη ευωδιά και έγινε τόσο πανάλαφρη, που δεν κουραζόμουν καθόλου να την κρατώ. Λίγο πριν βγούμε από τα σύνορα μια περίπολος μας σταμάτησε ξανά. Βλέποντας την ομορφιά της εικόνας πήγαν να μου την πάρουν. Εγώ έπεσα στα πόδια τους, τους παρακάλεσα να πάρουν το πολύτιμο ντύμα της, τους είπα και για τα διαμαντένια σκουλαρίκια που βαστούσα. Τους τα έδωσα πρόθυμα κι εκείνοι με αφήσαν να πάρω μαζί μου μόνο την εικόνα. Κι έτσι, την έχω τώρα εδώ με την χάρη Της και με την ευλογία του πεθαμένου γέροντα.»

Όλοι δοξολογούσαμε τον θεό για τον ερχομό της Παναγιάς μας. Μα εγώ, πιότερο κι απ΄τον ερχομό της Παναγιάς, τον ευχαριστούσα για τον ερχομό της Ρηνιώς μας. Γιατί ήξερα πως από δω και πέρα, κάθε που θα λυσσομανούσε ο άνεμος, θα καθόμασταν γύρω από το μαγκάλι, χωρίς να ανησυχούμε πια για τα μαντάτα που θα φέρει.

[1] καλντερίμι

[2] Η γιαγιά

[3] Παραδοσιακός, ξύλινος κρέβατος

[4] γιαγιά

[5] αυτός

[6] άφησε

[7] Μεγάλη βάρκα για μεταφορά επιβατών σε πλοίο

*Ο Σκεύος Νυστάζος είναι μαθητής του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό του «Η εικόνα» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s