apoksiramena-louloudia-kentrikiΓράφει η Χρυσή Γιαμαίου*

Ένα ζευγάρι εκπαιδευτικών μετακόμισε στο νησί μας πριν από αρκετά χρόνια. Δεν είχαν καταγωγή από εδώ, αλλά επέλεξαν το μικρό, ακριτικό νησί μας για να μεγαλώσουν με ασφάλεια το μικρό κοριτσάκι τους, που είχε γεννηθεί με αναπηρία. Η μικρή Ζωή είχε γεννηθεί με το ένα ποδαράκι της ελαφρώς πιο μακρύ από το άλλο, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει. Στο σχολείο της πόλης όπου πήγαινε, τα υπόλοιπα παιδιά την κορόιδευαν και η Μαρία γυρνούσε κάθε μεσημέρι κλαίγοντας, μέχρι που μια μέρα αρνήθηκε να επιστρέψει σε εκείνο το σχολείο. Οι γονείς της την άλλαξαν σχολείο, μα η κατάσταση δεν άλλαξε. Έτσι, αποφάσισαν να ζητήσουν μετάθεση σε ένα απομακρυσμένο, μικρό μέρος. Πίστευαν ότι οι πολύ κλειστές κοινωνίες αγκαλιάζουν με αγάπη τους τρελούς του χωριού, τους αγαθούληδες, τους άσχημους, τους ανάπηρους. Και δεν έπεσαν έξω.

Οι κάτοικοι του νησιού αγκάλιασαν με αγάπη το κοριτσάκι. Κανένα παιδί πλέον δεν την κορόιδευε. Κανείς δεν την κοιτούσε στο δρόμο με περιέργεια, με οίκτο ή με ειρωνεία. Άλλωστε το νησί είχε πάρα πολλούς ανθρώπους που περπάταγαν όπως η μικρή Ζωή. Κούτσαιναν ή έσερναν το ένα τους πόδι, αφού η μια τους πλευρά είχε παραλύσει. Ήταν δύτες σφουγγαριών, που τους είχε χτυπήσει η αρρώστια των δυτών κι έμειναν παράλυτοι. Έτσι η Ζωή, στο νησί των σφουγγαράδων, ένιωθε απόλυτα ταιριαστή. Το σπίτι της ήταν κοντά στην θάλασσα και απολάμβανε να κοιτάζει την θάλασσα. Κάθε μεσημέρι έπαιρνε το αγαπημένο της βιβλίο και πήγαινε στην παραλία, καθόταν κοντά στο κύμα, έβγαζε τα παπούτσια της κι έβαζε τα πόδια της στο νερό. Κάτω από τους αφρούς της θάλασσας τα πόδια της εξαφανίζονταν, ένιωθε σαν μια μικρή γοργόνα που βγήκε για λίγο στη στεριά να αγναντέψει το πέλαγος από μακριά. Βυθιζόταν τότε στον μαγικό κόσμο του βιβλίου της, τον μόνο πραγματικό φίλο που είχε.

Ένα μεσημέρι, καθώς διάβαζε το βιβλίο της στην παραλία, άκουσε πίσω της μια αντρική φωνή.

  • Καλησπέρα! Σε βλέπω κάθε μεσημέρι να έρχεσαι στην παραλία κι όλο σκεφτόμουν να σε πλησιάσω και να πιάσουμε την κουβέντα μα όλο δίσταζα. Έμοιαζες τόσο απορροφημένη με το βιβλίο σου, που δεν ήθελα να σε διακόψω.
  • Καλά έκανες και με διέκοψες, του απάντησε γλυκά εκείνη. Με λένε Ζωή.
  • Το ξέρω. Εμένα, Νικόλα.
  • Έχω λίγους μήνες που ήρθα στο νησί.
  • Το ξέρω. Όλη η γειτονιά το ξέρει. Μένουμε πολύ κοντά..
  • Τότε, θα ξέρεις σίγουρα και το πρόβλημά μου..

Η Ζωή θυμήθηκε ξαφνικά ότι ο γοητευτικός νεαρός που την πλησίασε την είχε δει μόνο καθιστή στην παραλία, ίσως γι αυτό και να την πλησίασε. Ήταν ένα αρκετά ωραίο κορίτσι. Αν όμως την έβλεπε να περπατά…

  • Το ξέρω το πρόβλημά σου, αλλά δεν είναι και τόσο σοβαρό. Άλλωστε, έχεις τόσο όμορφα μάτια, που κανείς δεν προσέχει το περπάτημά σου.

Από εκείνο το μεσημέρι, η Ζωή και ο Νικόλας βρισκόντουσαν πάντα την ίδια ώρα στην ίδια παραλία. Κουβέντιαζαν με τις ώρες, έλεγαν για τα όνειρά τους για το μέλλον, γλυκές ιστορίες από το παρελθόν και γέμιζαν το παρόν με μεγάλες σιωπές, όταν καθόντουσαν αγκαλιασμένοι και κοιτούσαν το ηλιοβασίλεμα, μέχρι που ο ήλιος χανόταν στον ορίζοντα. Ήταν δυο ερωτευμένα παιδιά. Το παρόν και το μέλλον τους ανήκε.

«Αύριο είναι τα γενέθλιά μου» είχε πει εκείνο το απόγευμα η Ζωή στον Νικόλα. Εκείνος σηκώθηκε πολύ νωρίς το επόμενο πρωινό και πήγε στην αγορά ψάχνοντας ένα μοναδικό δώρο για τη μοναδική Ζωή του. Τίποτα δεν τον ικανοποιούσε, τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί ισάξιό της. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται, μέχρι που το μάτι του έπεσε σε μια βιτρίνα. Επιτέλους, να κάτι που θα μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της Ζωής του! Μπήκε αποφασιστικά στο κατάστημα και κατέθεσε στον ταμία όλες σχεδόν τις οικονομίες του, προκειμένου να το αποκτήσει. Τώρα, έμενε μόνο να βρει έναν πρωτότυπο τρόπο να της το προσφέρει. Στάθηκε μπροστά στο καθρέφτη, με το άγχος ενός πρωτάρη ηθοποιού που πρωτοβγαίνει στην σκηνή, ξερόβηξε και πήρε ύφος σοβαρό και επίσημο: «Αγαπημένη μου Ζωή, σήμερα είναι τα γενέθλιά σου!… Μα τι χαζός που είμαι, φυσικά και το ξέρει πως είναι τα γενέθλιά της, εκείνη μου το είπε…Όχι, πρέπει να σκεφτώ κάτι πιο ασυνήθιστο..». Πήγε στο καθιερωμένο ραντεβού στην παραλία και δεν της ευχήθηκε. Προσποιήθηκε πως είχε λησμονήσει εντελώς τα γενέθλιά της. Η Ζωή από διακριτικότητα δεν του το υπενθύμισε. Της αρκούσε πως εκείνος ήταν εκεί, μαζί της, κι ας είχε ξεχάσει τα γενέθλιά της. Ξαφνικά, καθώς το χέρι της Ζωής χάιδευε μηχανικά την άμμο, αισθάνθηκε να πιάνει ένα σκληρό, μικρό αντικείμενο. Κάτι κόκκινο προεξείχε μέσα στην άμμο. «Τι είναι αυτό; Ένα κουτί;» ρώτησε απορημένη και βάλθηκε να ξεθάβει το εύρημά της. Ο Νικόλας την κοίταζε στα μάτια. Δεν ήθελε να χάσει καμία της αντίδραση. «Είναι για σένα», της είπε, «δώρο για τα γενέθλιά σου». Η Ζωή έβγαλε γεμάτη ανυπομονησία το κόκκινο κουτί μέσα από την άμμο. Το άνοιξε και τράβηξε από μέσα μια αλυσίδα με μια κόκκινη καρδιά. Χαμογέλασε γλυκά κοιτάζοντας το Νικόλα.

  • Μπορείς να μου το φορέσεις;
  • Σου αρέσει;
  • Πάρα πολύ!
  • Ξέρεις, Ζωή, το δώρο αυτό δεν είναι μόνο για τα γενέθλιά σου. Ήθελα να σου πω… Δεν ξέρω πώς να σου το πω… Σε συμπαθώ πολύ, και μου αρέσει όταν είμαστε μαζί. Θα ήθελες να…
  • Θα ήθελα τι, Νίκο; Έχω αναπηρία, το ξέρεις. Η οικογένειά σου δεν υπάρχει περίπτωση να με θέλει. Δεν απορείς που πάντα τα ραντεβού μας είναι εδώ, στην απόμερη παραλία, καθισμένοι πάντα στην αμμουδιά; Δεν θα ήθελα να κυκλοφορούμε μαζί στο δρόμο και να νιώθεις άσχημα με τα βλέμματα του κόσμου. Βλέμματα γεμάτα οίκτο ή κοροϊδία. Θα λένε ότι παντρεύτηκες μια κουτσή. Μια ανάπηρη. Αυτό θες;

Η Ζωή έβαλε τα κλάματα και σηκώθηκε να φύγει. Ο Νικόλας προσπάθησε να την σταματήσει.

  • Μείνε, σε παρακαλώ, θέλω να μιλήσουμε. Εγώ δεν βλέπω καμιά αναπηρία. Ανάπηρος αισθάνομαι μόνο εγώ όταν είμαι μακριά σου, νιώθω λειψός, ακρωτηριασμένος. Θέλω να μοιραστώ την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου…
  • Δεν ωφελεί, απάντησε εκείνη. Ας διακόψουμε καλύτερα τώρα που είναι νωρίς, αυτή η σχέση δεν μπορεί να έχει κανένα μέλλον. Θα ήταν άδικο για σένα..

Η Ζωή δεν ήταν από τις γυναίκες που λειτουργούν παρορμητικά. Το σκεφτόταν καιρό πως έπρεπε να χωρίσει με το Νικόλα. Τον αγαπούσε τόσο πολύ, που δεν θα άντεχε να δει στα δικά του μάτια έστω και μια υποψία οίκτου, μια σκιά μεταμέλειας για την απόφασή του. Έτσι, προτίμησε να κρατήσει την αξιοπρέπειά της και να φύγει πρώτη εκείνη.

Την επόμενη μέρα ο Νικόλας πήγε τη συνηθισμένη ώρα στην παραλία τους. Μα η Ζωή δεν ήταν εκεί. Ούτε εκείνη τη μέρα ούτε και τις επόμενες. Μετά από δύο μήνες ο Νικόλας αποφάσισε να μπαρκάρει με σφουγγαράδικο καΐκι. Η στεριά δεν τον σήκωνε πια, ήλπιζε να βουλιάξει τη μοναξιά του στα βάθη των βυθών, αναζητώντας σφουγγάρια. Ο μπάρμπας του, που ήταν ο καπετάνιος, τον κατσάδιασε: «Πρόσεξε καλά, Νικολιό. Η δουλειά αυτή δεν είναι παιχνίδι. Ξέρεις πόσες μάνες κλαίνε τους γιους τους και πόσες γυναίκες τους άντρες τους, που δεν γύρισαν ποτέ πίσω; Ξέρεις πόσοι γύρισαν πίσω σακατεμένοι από την αρρώστια των δυτών; Ξέρεις πόσους θάψαμε σε ξένες αμμουδιές; Εγώ σε προειδοποιώ. Δεν είναι αστεία η δουλειά.» Λίγες μέρες αργότερα το καΐκι ήταν σχεδόν έτοιμο, να σαλπάρει για την Μπαρμπαριά. Ο Νικόλας το τελευταίο βράδυ πήγε ξανά στην παραλία με την ελπίδα να δει τη Ζωή και να την αποχαιρετίσει. Δεν ήταν δυστυχώς εκεί. Άφησε ένα τριαντάφυλλο στη αμμουδιά και έφυγε.

Το επόμενο πρωινό το νησί σα να ερήμωσε ξαφνικά. Οι περισσότεροι άντρες είχαν μπαρκάρει στα σφουγγαράδικα. Στους δρόμους έβλεπες μόνο γυναικόπαιδα, γέρους και μερικούς «πιασμένους» σφουγγαράδες, που είχαν χτυπηθεί από τη νόσο των δυτών και έσερναν το πόδι τους, καταδικασμένοι για την υπόλοιπη ζωή τους να ζουν παρασιτικά. Η Ζωή, που δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι της στην παραλία από την μέρα των γενεθλίων της, αισθάνθηκε την ανάγκη να βρεθεί ξανά στο γνώριμο μέρος του έρωτά της. Βρήκε το τριαντάφυλλο στην άμμο. Ένιωσε πως ήταν για εκείνη. Το πήρε στα χέρια της τρυφερά, όπως θα άγγιζε ένα μωρό, το μύρισε, το φίλησε και το έβαλε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου που κρατούσε. Ήθελε κάθε φορά που θα το άνοιγε, να το βλέπει. Και να της θυμίζει….

Ο καιρός περνούσε γρήγορα, το τριαντάφυλλο μαράθηκε, μα η Ζωή εξακολουθούσε κάθε απόγευμα να πηγαίνει στην παραλία κοιτάζοντας το απέραντο γαλάζιο, περιμένοντας να επιστρέψουν τα σφουγγαράδικα. Ο Νικόλας, από την άλλη πλευρά του ορίζοντα, να βουτάει στα σκοτεινά βάθη και να τρέχει να προλάβει την ίδια του την ανάσα κυνηγώντας το υγρό μεροκάματο. Κι ο μπάρμπας του να συνεχίζει να του μουρμουρά:

  • Είδες που στα΄ λεγα, Νικόλα μου; Δύσκολο το ψωμί στα σφουγγαράδικα, κάθε βούτος και ένας αγώνας με τον ίδιο τον θάνατο- άλλοτε με τη μορφή σκυλόψαρου, άλλοτε με τον κίνδυνο του πιασίματος. Δύσκολο και να βρίσκεσαι μακριά από το φουστάνι της μάνας σου, ε; Εδώ τα φαγητά είναι τα ίδια και τα ίδια: καβουρμάς- φασόλια- παξιμάδια- κακαβιά.
  • Μου λείπει η μάνα, θείε, είναι αλήθεια. Μα μου λείπει και μια άλλη…
  • Α, έτσι, μπαγασάκο; Ετοίμασε το λοιπόν στις κυράδες σου γράμμα, αύριο θα φύγουν τα σφουγγάρια για το νησί. Όλοι κάτι θα στείλουν στους δικούς τους πίσω. Στείλε κι εσύ στη μάνα σου, μη μαραζώνει από τη στενοχώρια.

Ο Νικόλας εκείνο το βράδυ το πέρασε στο κατάστρωμα, να γράφει γράμματα. Ένα για τη μάνα κι ένα για τη Ζωή. «Γλυκιά μου μητέρα, η αλμύρα της θάλασσας είναι σκληρή, τα κύματα τεράστια σαν βουνά και το σφουγγάρι μαύρο σαν τη ξενιτιά. Μου έλειψε η αγκαλιά σου. Είμαι καλά κι ο καπετάνιος λέει πως είμαι ο καλύτερος βουτηχτής του. Θα επιστρέψω σύντομα, δυο μήνες ακόμα έμειναν. Μέσα στο γράμμα σου έχω κι έναν μικρό φάκελο. Δώσ’ το μάνα, σε παρακαλώ, στην Ζωή, την κόρη του δασκάλου. Σε φιλώ, ο γιος σου, Νικόλας». Σε λίγες ώρες η Ζωή θα διάβαζε και εκείνη το δικό της γράμμα: «Γλυκιά μου Ζωή, ήθελα να ξέρεις πως σε σκέφτομαι συνέχεια, δεν βγαίνεις στιγμή από το μυαλό μου και ο πόθος μου για σένα όλο και μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Σε λίγο το ταξίδι μου θα τελειώσει και θα επιστρέψω στην πατρίδα. Κι αυτή τη φορά δεν πρόκειται να δεχτώ τις αντιρρήσεις σου. Το ξέρω πως κι εσύ μ΄ αγαπάς, δεν θέλω να ξανακούσω ανοησίες για οίκτο και για αναπηρίες. Είσαι όλες οι ευχές μου μαζεμένες σε ένα σώμα, δεν θα μπορούσα να ονειρευτώ τίποτα καλύτερο από σένα, Ζωή μου. Μόλις γυρίσω, θα αρραβωνιαστούμε». Η Ζωή φίλησε το γράμμα και το έβαλε μέσα στον κόρφο της συγκινημένη.

Οι δυο μήνες πέρασαν γρήγορα. Ο Νικόλας ετοιμάστηκε για την τελευταία του βουτιά. Αύριο το πρωί θα γυρνούσαν στο νησί. Έκανε, όπως πάντα, τον σταυρό του και μετά το καθιερωμένο νεύμα στον κολαουζέρη βούτηξε. Είχε περάσει αρκετή ώρα μέσα στο βυθό, το δίχτυ του ήταν γεμάτο σφουγγάρια, μα ξάφνου, αισθάνθηκε τη ροή οξυγόνου να μειώνεται. Ανάσαινε με δυσκολία, ρουφούσε αχόρταγα το λιγοστό οξυγόνο που έφτανε στα πνευμόνια του, ενώ πανικόβλητος τράβηξε το σκοινί ειδοποιώντας τον κολαούζο πως υπάρχει πρόβλημα. Το οξυγόνο λιγόστευε ακόμα πιο πολύ. Τώρα ο Νικόλας ένιωθε να ζαλίζεται, σιγά σιγά οι αισθήσεις του τον εγκατέλειπαν. Τον τράβηξαν βιαστικά επάνω. Δεν πρόλαβε να κάνει αποσυμπίεση. Το αίμα του γέμισε φυσαλίδες αζώτου. Η μοίρα του πιασμένου σφουγγαρά τον περίμενε καρτερικά πάνω στο καΐκι. Την τελευταία μέρα πριν την επιστροφή του. Πριν τα αρραβωνιάσματά του.

Δεν ήταν γραφτό να γίνουν εκείνοι οι αρραβώνες. Όχι επειδή η Ζωή ήταν ανάπηρη. Ούτε επειδή ο Νικόλας ήταν πλέον κι αυτός ανάπηρος. Μα λόγω ενός εγωισμού. Ενός πρεσβύωπα εγωισμού, που του ψιθύριζε στα αυτιά πως δεν έπρεπε να ζει παρασιτικά εις βάρος της γυναίκας του. Πως δεν ήθελε να βλέπει τον οίκτο στα μάτια της. Ο ίδιος εγωισμός που δεν άφησε τη Ζωή να δεχτεί εκείνη την πρόταση γάμου στα γενέθλιά της. Φοβόντουσαν τόσο πολύ και οι δυο τον οίκτο, που θυσίασαν τελικά την αγάπη και την δυνατότητα που τους δόθηκε να είναι ευτυχισμένοι μαζί. Δεν ξανακατέβηκε κανείς από τους δυο σ΄εκείνη την παραλία. Έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους μέσα στη μοναξιά. Πέθαναν μόνοι.

Και το μόνο που δεν το άλλαξε ο χρόνος ήταν εκείνο το αποξηραμένο τριαντάφυλλο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου της Ζωής. Ένα λουλούδι χωρίς άρωμα και χρώμα, που διατηρούσε μόνο το περίγραμμα της αλλοτινής του ομορφιάς, σαν την ανάμνηση των χαμένων ευκαιριών της ζωής μας…

 

Χρυσή Γιαμαίου είναι μαθήτρια του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό της «Το αποξηραμένο λουλούδι» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s