mhxanh-troxaioΓράφει ο Θεόδωρος Σφουγγαριστός*

Είκοσι μία του Οκτώβρη του 1989. Μια ημερομηνία που δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου.  Ήμουν ακόμη μαθητής της Α΄ λυκείου. Ήταν Σάββατο, ημέρα ξεκούρασης και, αν και χειμώνας, η μέρα ήταν ζεστή και ηλιόλουστη. Με μισόκλειστα ακόμα τα μάτια ονειρευόμουν πώς θα περνούσα εκείνο το υπέροχο Σάββατο. Ίσως αν ο αδελφός μου, ο Γιώργος, δεν δούλευε, θα ήθελε να με πάρει μαζί του στο κυνήγι. Πέρδικες και κουνέλια θα ήταν ο στόχος μας, μα συνήθως θα γυρνάγαμε σπίτι με άδεια χέρια αλλά με πολλές ιστορίες για θηράματα που μας ξέφυγαν την τελευταία στιγμή, που θα τις διηγούμασταν γελώντας στην υπόλοιπη οικογένεια. Ίσως πάλι να ήθελε να πηγαίναμε μαζί για κανένα ποδόσφαιρο. Ορκισμένοι Ολυμπιακοί και οι δύο, αγωνιζόμασταν πάντα σα να κρεμόταν η κατηγορία της ομάδας μας από το δικό μας σουτάρισμα. Αλλά ακόμα κι όταν με έπαιρνε μαζί του στην οικοδομή, να του κουβαλώ τα μυστριά και να του καθαρίζω τα σκαφάκια απ΄ τα τσιμέντα, πάλι το απολάμβανα απίστευτα. Ο Γιώργος ήταν πάντα ευδιάθετος και καλαμπουρτζής, λάτρευε τα παιδιά και αφιέρωνε πολλές ώρες να παίζει μαζί τους. Εκείνος είχε παντρευτεί πολύ μικρός και είχε αποκτήσει ήδη τα δικά του παιδιά, μα του άρεσε να μας επισκέπτεται συχνά. Ορμούσε σαν σίφουνας μέσα στο σπίτι και μας ξεσήκωνε, μας πέταγε κυριολεκτικά κάτω απ΄τα κρεβάτια που κοιμόμασταν, για να μας πειράξει και να παίξει μαζί μας. Κι εμείς περιμέναμε πώς και πώς τις επισκέψεις του αδελφού μας.

Οκτώ η ώρα το πρωί εκείνο το Σάββατο, χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούω την μητέρα μου να ρωτάει τρομαγμένη «Τι έγινε; Παναγία μου! Πότε; Πώς; Πού είναι τώρα;». Το στομάχι μου σφίχτηκε. Κατάλαβα πως κάτι κακό είχε συμβεί. Κλείνει το τηλέφωνο ταραγμένη και μου φωνάζει:

  • Θωρή, να πας στον Πλατύ Γιαλό, σου Θεολόγου τα δωμάτια, πριν τη μεγάλη στροφή. Εκεί από κάτω, στην οικοδομή, δουλεύει ο πατέρας σου. Να πας και να του πεις ότι ο Γιώργος μας χτύπησε με το μηχανάκι του, έπεσε πάνω σε ένα φορτηγό.
  • Χτύπησε πολύ, μαμά; την ρώτησα έντρομος.
  • Ελπίζω πως όχι, απάντησε εκείνη, στο νοσοκομείο τον έχουν.

Παίρνω αμέσως το ποδήλατό μου και όσο πιο γρήγορα μπορούσα έφτασα στον Πλατύ Γιαλό. Βρήκα τον πατέρα μου να δουλεύει κομπρεσέρ. Η δουλειά του ήταν να ανοίγει δρόμους και να σπάει πέτρες. Να ανοίγει βάσεις για χτίσιμο σε δυσπρόσιτες περιοχές, που δεν μπορούσε να φτάσει τροχοφόρο σκαπτικό μηχάνημα. Μόλις τον ενημέρωσα για το ατύχημα του Γιώργου, το πρόσωπό του συννέφιασε και μουρμούρισε:

  • Αυτό το παιδί όλο χτυπάει! Καθόλου δεν προσέχει!

Του λέω θέλοντας να ξεγελάσω το ένστικτό μου και τον φόβο μου:

  • Μάλλον δεν χτύπησε σοβαρά, μπαμπά. Μην ανησυχείς! Όλα θα πάνε καλά…
  • Από το στόμα σου, στης Παναγιάς το αυτί, μου απάντησε αναστενάζοντας και καβαλήσαμε κι οι δυο το μηχανάκι του βιαστικά, για να πάμε σπίτι.

Στο σπίτι δεν υπήρχε ψυχή. Η μητέρα μου είχε φύγει με τα πόδια για το νοσοκομείο, τα μικρότερα αδέλφια μου είχαν πάει στα σπίτια των μεγαλύτερων αδελφών μου, να τους προφτάσουν τα κακά μαντάτα. Μεγαλωμένος σε μια πολυμελή οικογένεια, ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζα το σπιτικό μας εντελώς αδειανό. Αυτή η σιωπή με τάραξε. Σα να προμηνούσε κάτι πολύ κακό. Έφυγα κι εγώ με τον πατέρα μου για το νοσοκομείο.

Φτάνοντας στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο με το νούμερο τρία αντίκρισα πολύ κόσμο μαζεμένο και ανήσυχο. Συγγενείς και φίλοι, γνωστοί και γείτονες σιγομιλούσαν μέσα σε ένα πολύ βαρύ κλίμα. Με σφιγμένη την καρδιά μπήκα μέσα στο δωμάτιο. Ήταν ήδη μέσα οι γονείς μου, τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου και ο Γιώργος μας, ξαπλωμένος στο κρεβάτι σα να κοιμόταν. Ένας γιατρός και μια νοσοκόμα πηγαινοέρχονταν τρέχοντας. Δεν τολμούσα να ρωτήσω τίποτα. Φοβόμουν πολύ για την απάντηση που θα έπαιρνα. Άκουσα τη νοσοκόμα να ενημερώνει την μητέρα μου πως το χτύπημα στο κεφάλι ήταν σοβαρό, είχε κάνει μια τρύπα στο κρανίο του και αιμορραγούσε σιγά- σιγά αλλά ασταμάτητα. Εκείνη την ώρα, μας είπε, οι γιατροί του δικού μας νοσοκομείου έκαναν συμβούλιο.

Ήξερα ποιο ήταν το γραφείο των γιατρών, δεν είχαμε δα και κανένα μεγάλο νοσοκομείο. Έτρεξα βολίδα στον διάδρομο με το γραφείο των γιατρών και έστησα αυτί έξω από την μισάνοιχτη πόρτα. Κάποιος γιατρός πρότεινε να φωνάξουν ελικόπτερο για να μεταφέρουνε τον αδελφό μου στην Αθήνα. Μα ένας άλλος γιατρός γέλασε και είπε «Σιγά μην τον στείλουμε για τέτοιο τραύμα στην Αθήνα!». Τελικά επικράτησε η γνώμη του δεύτερου γιατρού. Μετά από αρκετές ώρες η κατάσταση του αδελφού μου παρέμενε σταθερή αλλά πολύ σοβαρή. Αργότερα, προς το βραδάκι, όταν είδαν ότι η αιμορραγία δεν έλεγε να σταματήσει, οι γιατροί αποφάσισαν τελικά να τον στείλουν στην Αθήνα. «Αν μείνει άλλη μια ώρα εδώ, θα το χάσουμε το παιδί» είπε με απόγνωση ο γιατρός που επέμενε από την πρώτη στιγμή να τον μεταφέρουν στην Αθήνα. Θα έφευγε με στρατιωτικό αεροπλάνο C130 χωρίς τη συνοδεία γιατρού. Οι γιατροί ήταν ελάχιστοι, δεν περίσσευαν για αερομεταφορές. Τον αδελφό μου θα συνόδευαν μόνο η γυναίκα του, η Σεβαστή, και ο πατέρας μου. Οι πιλότοι, βλέποντας την κατάσταση του αδελφού μου, αρνήθηκαν να τον μεταφέρουν, αν δεν τον συνόδευε ένας γιατρός. Δυστυχώς, ο γιατρός στον οποίο απευθυνθήκαμε μας δήλωσε ότι δεν μπορούσε να λείψει για δύο μέρες από το νησί, ήταν οι ασθενείς του, ήταν και τα δυο μικρά του παιδιά που δεν ήθελε να αφήσει. Έτσι, πήρε επάνω του την ευθύνη και υπέγραψε ότι ο Γιώργος μας δεν θα πάθαινε τίποτα κακό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Κι ο Γιώργος μας είχε δύο μικρά παιδιά. Κι ο Γιώργος μας δεν ήθελε να τα αφήσει πίσω. Μόνο που ο Γιώργος μας δεν ήταν γιατρός. Και δεν είχε καμία άλλη επιλογή.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε κανείς μας να κλείσει μάτι. Ο πατέρας μου ταξίδευε για Αθήνα, η μάνα σιγόκλαιγε απαρηγόρητη και προσευχόταν, εγώ με τα άλλα τρία μου αδέλφια νιώθαμε εντελώς ανήμποροι να βοηθήσουμε. Πήγα κι έκατσα κοντά της.

  • Να προσέχεις, Θωρή μου, τα μηχανάκια, μου είπε αγκαλιάζοντάς με. Να μην τρέχεις ποτέ, αγόρι μου…
  • Μάνα, μην κλαις, της απάντησα. Θα γίνει καλά ο Γιώργος μας, θα δεις… Στην Αθήνα οι γιατροί κάνουν θαύματα..
  • Πώς θα μάθουμε νέα του, άραγε;
  • Να περάσει λίγο η ώρα, να φτάσουν, και θα πάρω εγώ τηλέφωνο στο νοσοκομείο της Αθήνας, μη σε νοιάζει, προσπάθησα να την καθησυχάσω λίγο.
  • Ναι Θωρή μου, εσύ να πάρεις, είμαι πολύ ταραγμένη, δεν θα μπορώ να βγάλω κουβέντα…

Οι ώρες περνούσαν απελπιστικά αργά και με δυσκολία προσπαθούσαμε όλοι μας να διώξουμε από το μυαλό τις μαύρες σκέψεις και να ανταλλάξουμε κάποια ουδέτερη κουβέντα. Όταν επιτέλους κρίναμε ότι κάτι θα έχουν τώρα πια να μας πουν οι γιατροί, βρήκα στον κατάλογο το τηλέφωνο του νοσοκομείου. Πήρα όσο πιο σοβαρό και επίσημο ύφος μπορούσα και τους ρώτησα αν γνωρίζουν τίποτα για την κατάσταση ενός νεαρού, του Γιώργου τάδε, που τον μετέφεραν πριν λίγες ώρες από την Κάλυμνο.

  • Πόσο χρονών είσαι; με ρώτησε η τηλεφωνήτρια του νοσοκομείου, που προφανώς κατάλαβε τη νεαρή μου ηλικία.
  • Δεκατεσσάρων.
  • Μπορώ να μιλήσω με κάποιον ενήλικα; Με την μητέρα σου ίσως;
  • Όχι, όχι. Πείτε μου εμένα, σας παρακαλώ. Είμαι ο μικρότερος αδελφός του.
  • Ε… δεν μπορώ να σας πω και πολλά, είπε εκείνη κομπιάζοντας. Αυτή τη στιγμή είναι στο χειρουργείο και δεν γνωρίζουμε τίποτα για την κατάστασή του… Πες στη μητέρα σου να τηλεφωνήσει εκείνη αργότερα.

Έκλεισα το τηλέφωνο κι ένιωθα τα μάτια της μάνας μου να έχουν καρφωθεί κυριολεκτικά επάνω μου. Κρεμόταν από τα χείλη μου, γεμάτη αγωνία. Μια κουβέντα μου θα την βύθιζε στην απελπισία ή θα την έβγαζε από την κόλαση που ζούσε.

  • Είδες μάνα που στα ΄λεγα; της είπα χαμογελώντας πλατιά. Δεν πρέπει να ανησυχείς άδικα, όλα θα πάνε καλά! Θα γίνει καλά ο Γιώργος μας. Πάμε τώρα να ξεκουραστούμε και αύριο θα τηλεφωνήσω πάλι.

Είχα κι εγώ ανάγκη να πιστέψω τα λόγια της τηλεφωνήτριας, έστω και διογκωμένα με πολύ περισσότερη αισιοδοξία από όση πρόδιδε η φωνή της. Πέσαμε για ύπνο λίγο πιο ελαφριοί.

Κυριακή πρωί. 22-10-1989. Άλλη μία ηλιόλουστη μέρα ξημέρωσε, ασυνήθιστα ζεστή για την εποχή. Με τέτοια λιακάδα, μόνο φωτεινές σκέψεις χωρούσαν στο μυαλό μου. Είχα ανάγκη να βγω λίγο έξω από το σπίτι, να παίξω λίγο ποδόσφαιρο με τους φίλους μου. Είχα περάσει μια πολύ δύσκολη μέρα, μα τώρα όλα θα γινόντουσαν και πάλι όμορφα, όλα θα πήγαιναν καλά. Φόρεσα την αγαπημένη μου λευκή μπλούζα κι ετοιμάστηκα να βγω έξω.

  • Πού πας; με σταμάτησε στην πόρτα η μάνα μου.
  • Πάω λίγο έξω να παίξω. Αν έχεις τίποτα νεότερα, φώναξε με.

Με το που βγήκα έξω από την πόρτα αντίκρισα στο απέναντι δρόμο μια ομάδα ανθρώπων, ντυμένων στα μαύρα, να κατευθύνονται με αργά βήματα προς το σπίτι μας. Προσέχω καλύτερα και ανάμεσά τους αναγνωρίζω τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια μου, κι αυτά ντυμένα στα μαύρα. Πάγωσε το αίμα μου. Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στη μάνα. Μπήκα βιαστικός πάλι πίσω στο σπίτι και έκλεισα την πόρτα. Η μάνα μου στεκόταν στο σαλόνι ακίνητη. Δεν της είπα κουβέντα. Έτρεξα στο δωμάτιό μου και πέταξα από πάνω μου την άσπρη μπλούζα. Μου φαινόταν τόσο αταίριαστη γι’ αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει, σχεδόν προσβλητική.  Φόρεσα μια σκουρόχρωμη και βγήκα πάλι στο σαλόνι. «Γιατί άλλαξες μπλούζα;» με ρώτησε η μάνα μου με τη φωνή της να τρέμει από ένα κακό προαίσθημα. «Έπαθε τίποτα ο Γιώργος μας;». Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Έβαλα τα κλάματα και χώθηκα στο δωμάτιό μου χωρίς να της δώσω καμία εξήγηση.

Στο μεταξύ είχαν μπει στο σπίτι τα άλλα μου αδέλφια με τις γυναίκες τους και είχαν ανακοινώσει και επίσημα στη μάνα μου τα δυσάρεστα νέα. Εκείνη μία έκλαιγε με αναφιλητά και θρηνούσε ουρλιάζοντας και μία παρέμενε εντελώς ήσυχη, λιπόθυμη στον καναπέ. Η ψυχή της δεν άντεχε τον μεγάλο πόνο και έχανε τις αισθήσεις της κάθε λίγο και λιγάκι. Μα μόλις τη συνεφέραμε, η απώλεια την χτυπούσε αλύπητα ξανά και ξανά. Ο αδελφός μου είχε πεθάνει ήδη από την προηγούμενη μέρα. Δεν άντεξε στην αερομεταφορά και ξεψύχησε στα χέρια του πατέρα μου. Όταν ο πατέρας μου γύρισε πίσω στο νησί φέρνοντας νεκρό το παιδί του, ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Μέσα σε λίγες ώρες είχε γεράσει απότομα, το σώμα του συρρικνώθηκε, τα μάτια του σκοτείνιασαν και το πρόσωπό του γέμισε αυλακιές. Έμοιαζε σα να είχε μπει και κείνος στον άλλο κόσμο, αρνούμενος να εγκαταλείψει εκεί μοναχό τον Γιώργο του.

Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από εκείνη την μέρα. Μα υπάρχουν στο μυαλό μας μνήμες που ζουν ρουφώντας το αίμα μας, αναπνέοντας το οξυγόνο μας, αναμασώντας τα παλιά συναισθήματα που δεν παλιώνουν ποτέ, μνήμες με σάρκα και οστά, που θα ζουν όσο κρατά η δική μας ζωή και θα πεθάνουν μόνο σαν πεθάνουμε κι εμείς. Κοντεύουν να ασπρίσουν τα μαλλιά μου, μα ακόμα πηγαίνω μεγάλους περιπάτους μοναχός μου. Κρατώ μια φωτογραφική μηχανή και αναζητώ παντού γύρω μου την ομορφιά. Να προλάβω να την αιχμαλωτίσω στον φακό μου, πριν χαθεί. Φωτογραφίζω τη θάλασσα, τα ξωκκλήσια, τον πορτοκαλί δίσκο που βουτάει στον ορίζοντα, τα βράχια μας που αναρριχώνται στον ουρανό. Και πολύ συχνά φωτογραφίζω δυο παιδιά που κυνηγούν ανέμελα ορτύκια και πέρδικες. Ο πιο ψηλός στοχεύει με την καραμπίνα, ακούγονται τα σκάγια που σκορπούν στον αέρα και η πέρδικα τρομαγμένη μα αλώβητη πετάει μακριά. Και τότε τα δυο παιδιά γελούν κι ακούγεται ο μεγάλος να λέει «Δεν πειράζει, Θωρή μου. Ίσως να είμαστε πιο τυχεροί αύριο στο ποδόσφαιρο. Μόνο σε παρακαλώ, μην το πεις πουθενά ότι ξαστόχησα πάλι, θα με κοροϊδεύουν!». Κι εγώ τους φωτογραφίζω ασταμάτητα την ώρα που γελούν. Να προλάβω να αιχμαλωτίσω για πάντα την ομορφιά της στιγμής που χάνεται τόσο γρήγορα. Σαν μια άστοχη τουφεκιά στον αέρα.

Θεόδωρος Σφουγγαριστός είναι μαθητής του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό του «Άστοχη τουφεκιά» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s