thumbnail_To MIMIKA στο λιμάνι της Καλύμνου

Το «Μιμίκα» στο λιμάνι της Καλύμνου

Γράφει ο Γιάννης Θ. Πατέλλης 

Γράφοντας το καινούργιο μου βιβλίο, «Συγκοινωνίες και επικοινωνίες στην Κάλυμνο του χθες», έπεσα σε φωτογραφίες πλοίων που τα ονόματά τους, περισσότερο και από την όψη τους, τροφοδοτούν τις δεξαμενές της μνήμης με ένα τρόπο σχεδόν συγκινητικό. Είναι τα καράβια, που στο πέρασμα του χρόνου υπήρξαν κάτι περισσότερο από «μέσα μεταφοράς και θαλάσσιες συγκοινωνίες», απέκτησαν αλλόκοτες διαστάσεις και έγιναν κάτι σαν προεκτάσεις των νησιών μας.

Να, για παράδειγμα, το «Ηλιούπολης». Είχε εκτόπισμα περίπου 1200 τόνους και ήταν μαύρο. Είχε πλώρη γυρτή, άλμπουρα ψηλά και τσιμινιέρα σε χρώμα φαβατί, κιτρινομπέζ. Το πλοίο είχε στυλ γιοτ, κάτι σαν θαλαμηγός της προπολεμικής εποχής. Όταν εξυπηρετούσε τη γραμμή μας ήταν ήδη παλαιό, αλλά πιο σταθερό από άλλα εκείνης της εποχής, όπως το «Μοσχάνθη» ή το «Άνδρος». Διαφημιζόταν ως ηλεκτροφώτιστο και με τρεχούμενα νερά. Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1950 και ήταν ακόμα νωπά τα ταξίδια με καΐκια την περίοδο της κατοχής ή με τα βοηθητικά του Πολεμικού Ναυτικού, τα πρώτα χρόνια της Απελευθέρωσης. Φανταστείτε τον επιβάτη της τρίτης θέσης, που παρά το ότι παράδερνε στους διαδρόμους και το κατάστρωμα «στρωματσάδα» μέσα στο κρύο του χειμώνα, αισθανόταν «ευτυχής», αφού ταξίδευε πλέον με ένα «ηλεκτροφώτιστο» βαπόρι.

Τα πλοία έμεναν για λίγο ή για κάποια χρόνια στην ίδια γραμμή. Συνήθως έπιαναν ένα ή δύο λιμάνια από τις Κυκλάδες και κατόπιν ακολουθούσαν το γνωστό δρομολόγιο: Πάτμος, Λέρος, Κάλυμνος, Κως, Ρόδος. Μια ή δυο φορές την εβδομάδα έκαναν τη λεγόμενη άγονη γραμμή, προσεγγίζοντας και τα μικρότερα νησιά της Δωδεκανήσου, από τους Λειψούς μέχρι την ακριτική Κάσο.

thumbnail_ΔΈΣΠΟΙΝΑ

«Δέσποινα»

Τότε όλα τα καράβια σφύριζαν με το παραμικρό. Για να αναγγείλουν την άφιξή τους μπαίνοντας στο λιμάνι, για να το αποχαιρετήσουν βγαίνοντας, για να χαιρετίσουν τα σπίτια κατά μήκος της ακτογραμμής ή άλλα μικρά πλεούμενα στο διάβα τους. Όσο κι αν, μέσα στη νύχτα ή τα χαράματα, τάραζε τον ύπνο μας αυτή η συνήθειά τους, για μας ήταν πάντα ένας φιλικός αντιχαιρετισμός.

Όλα τούτα τα καράβια, «Ιόνιον», «Ηλιούπολης», «Μοσχάνθη», «Άνδρος», «Αρκαδία», είχαν κάπως παλιές καταβολές. Για μας όμως τότε δεν μας πολυενδιέφερε η προϊστορία τους ούτε τα λεγόμενα «παλιά χρόνια», αφού όλοι ζούσαμε εντονότερα την υπόθεση του μέλλοντος, την προσμονή του καινούργιου. Το παρελθόν βάραινε, κατά κανόνα, το φορτίο των στενόχωρων χρόνων. Τα «παλιά» ήταν συνδεδεμένα με πρόσφατους εφιάλτες, πολέμους, βομβαρδισμούς, πείνα και αθλιότητα. Έτσι, τα νεότευκτα «Μιαούλης», «Κανάρης», «Καραϊσκάκης», «Κολοκοτρώνης», που πρόβαλαν στα λιμάνια μας στα μέσα της δεκαετίας του ’50, δεν είχαν μόνο ένδοξα ονόματα αλλά ήταν με την πλευρά της ανανέωσης, της πάστρας και της προόδου.

thumbnail_ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ

«Ηλιούπολης»

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τις θάλασσές μας άρχισαν να οργώνουν και καράβια με ωραία γυναικεία ονόματα: «Αικατερίνη», «Μιμίκα», «Μαριλένα», «Δέσποινα». Θα μπορούσε να υποθέσει  κανείς ότι αυτή η εναλλαγή αγωνιστικών και τρυφερών ονομάτων είχε και ένα κρυφό νόημα. Από τη μια η πολεμική καταγωγή και από την άλλη οι χαρές της ειρηνικής ζωής με όλα τα καλά της. Έτσι, μπορούσες να φανταστείς το πέρασμα από τους οπλαρχηγούς της εθνεγερσίας σε κάποια Κατερίνα, που παίζαμε κρυφτό τα βράδια στη γειτονιά μας ή στην όμορφη Δέσποινα της έκτης, που μαγνήτιζε τα εφηβικά βλέμματα σαν σχόλαγε από το Γυμνάσιο Θηλέων. Τα ονόματα των κοριτσιών θα αποδεικνύονταν με τον καιρό πολύ σημαντικότερα από τα επιφανή ονόματα. Θα το παραδεχόμασταν λίγο αργότερα ως φοιτητές, στο καλοκαιρινό κατέβασμά μας στο νησί, όταν το κατάστρωμα του «Κανάρη» γέμιζε από ένα πρωτόγνωρο, τρυφερό φορτίο. Ήταν οι κατάξανθες σειρήνες του βορά που έτρεχαν να γευτούν τις χάρες του Αιγαίου, σε κείνο τον πρωτο-τουρισμό των καλοκαιριών της δεκαετίας του ΄60.

Κανάρης

«Κανάρης»

Και η θάλασσα; Η «άσπρη» θάλασσα του Αιγαίου, σε εποχές που ήταν άγνωστα τα «απαγορευτικά» και οι πλόες με τα 8 και τα 9 μποφόρ ήταν στην κρίση του καπετάνιου; Στις μεγάλες φουρτούνες έγραψαν την ιστορία τους το «Ηλιούπολης», το «Μιμίκα», το «Δέσποινα», το «Κανάρης». Στη μεγάλη φουρτούνα ένιωθες την αξία του κάθε καραβιού. Το αν κατόρθωνε να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του στις ακατάβλητες επιθέσεις των κυμάτων ή αν η καρίνα του βυθιζόταν τρέμοντας και τρίζοντας. Μέσα από την απαίσια οσμή των προϊόντων της ναυτίας, των κίτρινων, ταλαιπωρημένων προσώπων των επιβατών και των κινδύνων κάποιου ταξιδιού, έβγαινε και κυκλοφορούσε η φήμη κάθε καραβιού: «σκυλοπνίχτης» ή «καλοτάξιδο». Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά και με τους ανθρώπους, οι κρίσεις δεν ήταν πάντοτε δίκαιες και αμερόληπτες για την υστεροφημία του κάθε καραβιού.

Εκείνα τα χρόνια δεν μπορούμε να προσάψουμε στη θάλασσά μας, τη θάλασσα του Αιγαίου και στους άγριους βοριάδες της, φονική μανία. Αργότερα μόνο, όταν θα συμβεί το πολύνεκρο ναυάγιο του «Ηράκλειο» στη Φαλκονέρα, θα επιβληθούν τα «απαγορευτικά» και τα ταξίδια θα γίνουν ασφαλέστερα. Που να φανταστεί όμως κανένας τότε, τις μέρες και τις νύχτες των σημερινών προσφύγων. Μια θάλασσα κοιμητήριο, ένα πέλαγος που επιστρέφει στους σκοτεινούς αιώνες, με βάρκες φαντάσματα και ανώνυμες ταφές. Και αυτούς τους πορτοκαλί σωρούς σωσιβίων που γίνονται καλλιτεχνικά δρώμενα.

Ανάμεσα στο τότε και το τώρα δεν μεσολάβησαν διαφορετικές θάλασσες αλλά διαφορετικές εποχές. Η ιστορία προχωρεί, όμως και αυτή ποτέ δεν ήταν καλοτάξιδη για τους εκάστοτε ικέτες.

Κάλυμνος, Φεβρουάριος 2010.       

ioannispatellis38@gmail.com

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s