a2d15fa0f11af8e7ae488330eb267365 Γράφει η Σεβαστή Πίκου*

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Παρόλο που ήταν Μάρτης, ο ήλιος έκαιγε. Σε προσκαλούσε να βγεις έξω και να χαρείς έναν περίπατο. Μετά από τόσους χειμωνιάτικους μήνες ήταν σαν δώρο θεού αυτή η λιακάδα. Το νησί ήταν μικρό. Γρήγορα θα μπορούσες να βρεθείς στο λιμάνι, να κάνεις την βόλτα σου και να απολαύσεις έναν καφέ σε μια από τις καφετέριες της παραλίας. Αυτό σκέφτηκε η Σέβη, και γρήγορα- γρήγορα άρχισε να ετοιμάζεται. «Δεν θα πάρω το αυτοκίνητο», σκέφτηκε, «θα πάω με τα πόδια, να ξεμουδιάσω και λιγάκι».

Άρχισε να κατηφορίζει μέσα από τα στενά σοκάκια της γειτονιάς της. Στις αυλές των σπιτιών καθόντουσαν ηλικιωμένες γυναίκες, που απολάμβαναν κι εκείνες την λιακάδα και επιδίδονταν στην αγαπημένη τους ασχολία, το κουβεντολόι γύρω από όλα τα θέματα, για τις οικογένειές τους, τις γειτόνισσες, για γνωστούς και για αγνώστους. Η Σέβη δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με καμία από αυτές, ανταλλάσσαν απλώς ένα «καλημέρα». Τις καλημέρισε και συνέχισε τον δρόμο της. Δεν είχε προλάβει όμως να κάνει ούτε τρία βήματα, όταν τις άκουσε καθαρά να μιλάνε για εκείνη.

  • Φτη δεν είναι η Σέβη, η εγγόνα του Σατσελλάρη;
  • Ναι, φτη ‘ναι. Φτη που καμε το τέρας.
  • Μα, την κακομοίρα.

Στο άκουσμα των λόγων τους η Σέβη πάγωσε. Το σώμα της μούδιασε ολάκερο. Ναι, αυτή ήταν που γέννησε πριν τρεις μήνες ένα μωρό, το γέννησε πρόωρα, στον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης της, μα το παιδί γεννήθηκε νεκρό. «Τέρας»; Το είχε ξανακούσει να αποκαλούν το μωρό της έτσι. Ήταν όταν βγήκε από το νοσοκομείο και πέρασε ένα μεγάλο διάστημα στο σπίτι με κατάθλιψη, καταναλώνοντας χάπια που της είχε γράψει ο γιατρός, για να νιώθει πιο ήρεμη. Είχε έρθει να την επισκεφτεί τότε η γιαγιά της. Η Σέβη την υποδέχτηκε απρόθυμα, ένιωθε νυσταγμένη και λίγο ζαλισμένη, δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Ακόμα πενθούσε το μωρό της. «Ξέρεις τι λέει ο κόσμος;» της είχε πει ξαφνικά η γιαγιά της. «Ότι έκανες παιδί- τέρας και γι’ αυτό δεν έζησε». «Χαμένα τα ‘χει η γιαγιά μου» είχε σκεφτεί τότε η Σέβη και ξέχασε αμέσως τις τρελές κουβέντες της γριάς. Αλλά και τώρα πάλι, τι ήταν αυτό; Οι γειτόνισσες δεν τα ’χαν καθόλου χαμένα και επαναλάμβαναν τα λόγια της γιαγιάς της.

Κατάφερε να προχωρήσει λίγο παρακάτω, καταπνίγοντας την επιθυμία της να γυρίσει πίσω και να ζητήσει εξηγήσεις. Ένιωθε πως είχε δεχτεί δυνατά χαστούκια από δυο άγνωστες, έτσι στα ξαφνικά, χωρίς κανέναν λόγο. Βρήκε μια σκαλίτσα, που ένωνε δυο σοκάκια. Έκατσε στη γωνία, μαζεμένη, ένα ανθρώπινο κουβάρι, σαν να κρυβόταν από κάπου. Ένιωσε το σώμα της να τρέμει από το σοκ, στα αυτιά της βούιζε μόνο μια λέξη. «Τέρας». «Φτη είναι που καμε το τέρας». Άναψε ένα τσιγάρο και άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει ελεύθερο, πίσω στο παρελθόν, στις μέρες εκείνες στο νοσοκομείο, μήπως και θυμηθεί κάποιες λεπτομέρειες που θα την βοηθούσαν να καταλάβει.

Κανείς δεν της είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο. Ούτε ο γιατρός, ούτε ο άντρας την ούτε τα αδέλφια της. Ήταν όλοι εκεί, δίπλα της, για να την παρηγορήσουν. Ήταν το πρώτο της παιδί. Και είχε γεννηθεί νεκρό. Δεν είχε γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό. Είχε κάνει καισαρική τομή. Θυμάται τα νερά να σπάνε, έτσι απλά, χωρίς κανέναν πόνο. Θυμάται να τηλεφωνεί έντρομη στην αδελφή της κι εκείνη να καταφτάνει αμέσως σπίτι, να την φορτώνει βιαστικά στο αυτοκίνητο, να μιλάει αγχωμένη στο κινητό με τον γιατρό και η Σέβη να νιώθει σαν χαμένη. Φτάνοντας στο νοσοκομείο όλοι ήταν έτοιμοι και την περίμεναν. Ο τραυματιοφορέας στην είσοδο και δίπλα του η μάνα της, που είχε στο μεταξύ ειδοποιηθεί. Σε όλη την διαδρομή με το αμάξι ένιωθε να χάνει υγρά. Τώρα είχαν αρχίσει και κάτι πονάκια. Φοβόταν. Κρύωνε πολύ. Χρειάστηκε να την τυλίξουν με δυο κουβέρτες και να της ανάψουν δίπλα της και μια σόμπα, μα εκείνη εξακολουθούσε να τρέμει από το κρύο. Ένα κρύο που ερχόταν κατευθείαν από τα μέσα της. Άκουσε αμυδρά, σαν σε όνειρο, μια νοσοκόμα να λέει της αδελφής της «Είναι από το σοκ». Τα υγρά έτρεχαν ακόμα, μέχρι που ήρθε βιαστικός κι ο γιατρός. Όταν τράβηξε από πάνω της το σεντόνι, διαπίστωσε ότι είχε αδειάσει όλη της η κοιλιά. Μόνο το περίγραμμα από το κορμάκι του μωρού και το δέρμα της φαινόταν. Ψίθυροι, βλέμματα ανησυχίας, κρυφές κουβέντες. Μα η Σέβη δεν φάνηκε να τα παρατηρεί όλα αυτά. «Πονάω» έλεγε συνέχεια. «πονάω!», με τα δόντια της να κροταλίζουν από το τρέμουλο. Θυμάται έναν άλλο γιατρό να μπαίνει τρέχοντας, να της κάνει μια ενδοφλέβια ένεση και μετά να σκοτεινιάζουν όλα.

  • Ξύπνα, Σέβη μου, εγώ είμαι, ο Γιώργος σου. Ξύπνα, αγάπη μου.
  • Τι έγινε; Το μωρό; Πού είναι το μωρό μου;
  • Εμείς να ’μαστε καλά, Σέβη μου, και θα κάνουμε άλλο.

Τι εννοούσε; Τι άλλο; Γιατί να κάνουν άλλο; Ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι και κοίταξε γύρω της. Όλη η οικογένειά της εκεί. Μάτια θλιμμένα κι ένα χαμόγελο παρηγοριάς στα πρόσωπά σου. «Εσύ να ‘σαι καλά, Σέβη μου», της έλεγαν όλοι. Το μωρό γεννήθηκε πρόωρα, δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί το αναπνευστικό του σύστημα και δεν τα κατάφερε, ήταν η απάντηση του γιατρού στο γεμάτο πόνο «γιατί» της Σέβης. Τι σχέση έχει τώρα αυτό που ξανάκουσε για τέρατα και κάτι τέτοια τρομακτικά, με την εξήγηση του γιατρού; Πόσο κακός ήταν τελικά ο κόσμος! Ούτε έναν άνθρωπο που πέρασε τόσο μεγάλο πόνο με την απώλεια του μωρού του δεν αφήνουν στην ησυχία του. Δεν θα μου το έλεγε ο άντρας μου αυτό, αν είχε συμβεί; Ο γιατρός; Η νοσοκόμα; Τα αδέλφια μου; Η μάνα μου; Κακός κόσμος, γεμάτος φθόνο και ψευτιά για τους άλλους. Έσβησε το τσιγάρο της και σηκώθηκε από τα σκαλιά. Δεν είχε πια διάθεση για βόλτα. Δεν είχε καμία όρεξη να πέσει πάλι πάνω σε κακοήθεις κουτσομπόλες. Την κατάρα της κλειστής κοινωνίας.

Πέρασαν δυο χρόνια και η Σέβη έφερε στη ζωή ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Θυμάται ακόμα την συγκίνηση της στιγμής, όταν ο γιατρός την ξυπνούσε πάνω στο χειρουργικό τραπέζι.

  • Έλα, ξύπνα, κάναμε την κούκλα.

Δεν την ενδιέφερε αν ήταν πράγματι όμορφη.

  • Είναι γερή, γιατρέ; Είναι γερή; ρώτησε μόνο.
  • Ναι, είναι γερή. Μην ανησυχείς. Όλα πήγαν καλά, την καθησύχασε εκείνος.

Μεγάλωνε το αγγελούδι της και το καμάρωνε να το βλέπει να ψηλώνει και να θεριεύει μέρα με την μέρα. Καμιά φορά άκουγε, περνώντας από τα σοκάκια, κάποιες γριές να σιγομιλούν κοιτάζοντάς την. Τα αυτιά της έπιαναν στον αέρα τη λέξη «τέρας». Μα δεν έδινε πια καμία σημασία. Εκείνη είχε το πανέμορφο αγγελούδι της, μόνο αυτό είχε σημασία. Κι ας έλεγε ο κόσμος ό,τι ήθελε και ό,τι φαντασιωνόταν. Ώσπου κάποιο πρωινό, την κάλεσε για καφέ η κουμπάρα της. Στην καφετέρια γνώρισε και μια φίλη της κουμπάρας, την Ελένη. Η Ελένη ήταν από γειτονικό νησί και η Σέβη δεν την γνώριζε. Είχε διοριστεί πριν μερικά χρόνια στο τοπικό νοσοκομείο και δούλευε εκεί ως καθαρίστρια. Μα η Ελένη έδειξε να γνωρίζει την Σέβη.

  • Σε έχω ξαναδεί, της είπε. Ήμουν στο νοσοκομείο τότε, στην πρώτη σου γέννα, αλλά εσύ μάλλον δεν με θυμάσαι. Δεν ήσουν και σε πολύ καλή κατάσταση τότε, και δικαιολογημένα.

Η Σέβη αισθάνθηκε μια ανατριχίλα στο κορμί της. Σαν να ξύπνησε κάποιος μια παλιά πληγή, που είχε σταματήσει να αιμορραγεί.

  • Τι εννοείς; την ρώτησε. Ήσουν εκεί όταν έχασα το μωρό μου;
  • Ναι, απάντησε λίγο αμήχανα η Ελένη.
  • Πες μου σε παρακαλώ, σε ικετεύω, τι έγινε τότε; Κανείς δεν μου λέει την αλήθεια! Έχω ανάγκη να ξέρω! Έχω δικαίωμα να ξέρω!
  • Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε αναστατώσω. Νόμιζα ότι ήξερες… Μα, κανείς δεν σου είπε τίποτα;
  • Μόνο ότι γέννησα ένα τέρας ακούω όλα αυτά τα χρόνια κι αυτό κρυφά, από στόματα ξένα και αδιάκριτα.
  • Τέρας; Τι βλακείες είναι αυτές; Ποιος άσχετος τα διαδίδει; Κορίτσι μου, το παιδί σου ήταν σιαμαίο. Μόνο που δεν είχε δύο σώματα αλλά μόνο ένα κεφαλάκι κολλημένο πάνω στο δικό του. Τέρας ποτέ! Σιαμαίο.

Η Σέβη εκείνο το βράδυ ξενύχτησε μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Διάβασε όλα τα ιατρικά άρθρα για τα σιαμαία αδέλφια, είδε εκατοντάδες φωτογραφίες από αγόρια και κορίτσια που μοιράζονταν το ίδιο σώμα, άλλοι μοιράζονταν δύο κοινά πόδια, άλλοι το ίδιο στέρνο, άλλοι είχαν κολλημένα τα κεφάλια τους. Δεν μπορούσαν όλοι να κάνουν με επιτυχία και ασφάλεια επέμβαση διαχωρισμού. Ωστόσο ζούσαν, γελούσαν, ονειρευόντουσαν, αγαπούσαν. Της έκαναν εντύπωση δυο αδέλφια, που κόντευαν τα 65 τους χρόνια, και δήλωναν ότι έζησαν πολύ ευτυχισμένοι μαζί, να μοιράζονται το ίδιο κορμί και την ίδια ζωή. Ότι ήταν δικιά τους η απόφαση να μην επιχειρήσουν ποτέ να χωριστούν με χειρουργείο. Ήταν δικιά τους η απόφαση να ζήσουν στη συνείδηση των άλλων ως «τέρατα». Την βρήκε το ξημέρωμα με κόκκινα μάτια και μαύρα τα σωθικά, να αναρωτιέται σε ποιον ανήκει τελικά ο τίτλος του «τέρατος»: σε αυτόν που διαφέρει ριζικά από εμάς ή σε αυτούς που του κολλάνε την ετικέτα και τον κοιτούν με αποστροφή; Εκείνη πάντως είχε αποφασίσει να μιλά πλέον ανοιχτά για εκείνο τα σιαμαίο αγγελούδι που έχασε…

Σεβαστή Πίκου είναι μαθήτρια του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό της «Το τέρας» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s