588f506ccd3a18490c7d4453Γράφει η Ευαγγελία Λελέκη*

Ο παππούς μου ήταν σφουγγαράς. Δεν ήταν γέννημα- θρέμμα Καλύμνιος, αλλά Πειραιώτης, που σε ένα ταξίδι του σε σφουγγαράδικο καΐκι βρέθηκε από τη Σύμη στην Κάλυμνο. Οι Καλυμνιές είχαν καλή φήμη για νύφες, ήταν «απ΄ το πρεπός τους[1]», δηλαδή όμορφες και τίμιες και ερχόντουσαν να τις γυρέψουν γαμπροί από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Είχαν και την προίκα τους, το σπίτι, τα χωράφια, τις λίρες, τα μπακίρια τους, ήταν και καλονοικοκυρές και γι’ αυτό περιζήτητες.  Αποφάσισε λοιπόν ο Πανορμίτης, ο σφουγγαράς, να ‘ρθει να γυρέψει κι αυτός νύφη στην Κάλυμνο. Του προτείναν την Βαγγελιώ του Γιάννη, δεν είχε βέβαια κανένα προικιό της προκοπής, γιατί τα περισσότερα τα ’χε φάει ο πόλεμος κι ό,τι απέμεινε τα πήρε η πρωτοκόρη. Μα τα προικιά της Βαγγελιώς ήταν πιο πλούσια από όλες τις λίρες του κόσμου. Ψηλή, μελαχροινή, νταρντανογυναίκα κι όχι γυναίκα της χαψιάς, που λένε, με ελιές στο πρόσωπο και με μελιά μάτια. Σοβαρή, εργατική, έξυπνη και αποφασιστική, σωστή καπετάνισσα. Πολλοί άντρες την είχαν ως τότε επιθυμήσει, μα εκείνη τους έριχνε μια ματιά γεμάτη αυστηρότητα και τους έκοβε την ανάσα. Τράβηξε ο παππούς μου κατευθείαν στο σπίτι της για να την γυρέψει. Εκείνη δεν τον περίμενε. Την βρήκε έξω στην αυλή, να πλένει σκυμμένη ρούχα στη σκάφη. Το πρόσωπό της δεν διακρίνονταν, μόνο τους σκυμμένους γοφούς της μπορούσες να δεις, που λικνίζονταν στο ρυθμό της πλύσης.

  • Μωρέ, Πανορμίτη, αρέσει σου η νύφη; τον ρώτησε ο προξενητής που τον συνόδευε.
  • Μα, σωστός τσολιάς, αρέσει μου πολύ!
  • Μα δεν την είδες στη μούρη, πώς λέεις ότι αρέσει σου;
  • Είδα γω πώς σκύβει και πλένει στη σκάφη κι αρέσει μου πολύ! Είναι νοικοκυρά κι έχει κι όλα τα πιασίματα. Θα τηνε πάρω.

Έτσι, ο Πανορμίτης ο σφουγγαράς αρραβωνιάστηκε την Βαγγελιώ, την νταρντανογυναίκα. Τηνε πήρε χωρίς προίκα, με ένα μπαούλο γεμάτο τσίγκινα κατσαρόλια, που το κρατούσαν και το περιέφεραν γεμάτοι περηφάνια στη γειτονιά οι συγγενείς της σα να ‘ταν κασέλα με θησαυρό. Μα λίγες μέρες μετά το γάμο άρχισε το μαρτύριο για την όμορφη Βαγγελιώ.

  • Δεν θα βγεις έξω, Βαγγελιώ, γιατί μπορεί να σε κλέψει κανένας άλλος. Θα ντύνεσαι και θα σαι μέσα και ό,τι χρειάζεσαι από την αγορά και απ΄ το λιμάνι θα στα φέρνω εγώ, της είπε ο Πανορμίτης αυστηρά.
  • Μα ούτε και στην αυλή, να πλύνω τ΄ασπρόρουχα; διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
  • Ούτε και στην αυλή. Δίπλα μένει το Νικολιό, ο σφουγγαράς, και θαρρώ πως σ΄ έχει βάλει στο μάτι και σε καλοκοιτάζει. Ρούπι δεν θα το κουνήσεις από δω μέσα! Ακούεις; Κι εγώ θα σ΄ έχω αρχόντισσα!

Έτσι κι έγινε. Ντυμένη με τα πιο ακριβά μεταξωτά, που κουβάλαγε ο άντρας της από τα ταξίδια στην μπαρμπαριά, φορώντας μαργαριτάρια στο λαιμό και κοκκινάδι στα χείλη, καθόταν η Βαγγελιώ μέρα- νύχτα στην κάμαρη. «Μαγκάλα του μαχαραγιά[2]» την έλεγε χαϊδευτικά εκείνος, που ένιωθε πράγματι σωστός μαχαραγιάς, με την πανέμορφη γυναίκα του να τον περιμένει πάνω στα βελούδινα στρωσίδια. Τέσσερα παιδιά της σκάρωσε ο «μαχαραγιάς», το ΄να πίσω από το άλλο, φροντίζοντας να την κρατά πάντα απασχολημένη στο σπίτι. Μόνο στην εκκλησιά την άφηνε να πάει κι αυτό με τον όρο να τη συνοδεύει η μάνα της. Έλιωνε από τη ζήλια ο «μαχαραγιάς» κάθε φορά που κάποιο αντρικό βλέμμα έπεφτε πάνω στη γυναίκα του. Και έπνιγε τον πόνο της καρδιάς του μέσα στο κρασί. Τον έφερναν μεθυσμένο από το καπηλειό κι όλη η γειτονιά είχε τότε πανηγύρι: ο Πανορμίτης μάζευε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και τους έπαιζε τον καραγκιόζη, κερνώντας τα ζαμπόν και τυριά, που μόνο το δικό του σπίτι μπορούσε να απολαμβάνει εκείνη την εποχή. Όλοι περνούσαν καλά και διασκέδαζαν εκτός από την Βαγγελιώ, που κοιτούσε το γλέντι μέσα από το παραθύρι της, φορώντας το καλό της φουστάνι, χωρίς να μπορεί να ξεμυτίσει.

Κι έτσι πέρναγαν τα χρόνια, με την Βαγγελιώ να γίνεται όλο και πιο στρουμπουλή και ασπριδερή, αφού δεν περπατούσε καθόλου έξω κι ούτε την έβλεπε το φως του ήλιου. Ο Πανορμίτης αποφάσισε να αλλάξει επάγγελμα, για να μην αφήσει το τομάρι του στη μηχανή[3] και μπάρκαρε σε γκαζάδικο. Εκεί τα πράγματα ήταν δύσκολα. Μπορεί να ‘χαν και μήνες να δουν στεριά, ένα μάτσο άντρες, δύο μόνο Έλληνες και οι υπόλοιποι από την Αραπιά. Η συνεννόηση σε άλλη γλώσσα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Έτσι κι έγινε εκείνο το βράδυ η μοιραία παρεξήγηση. Ο Πανορμίτης είχε πιει λιγάκι παραπάνω, όπως το συνήθιζε, μπλέχτηκε σε καυγά με κάτι αλλοδαπούς, κάτι του είπαν, κάτι τους είπε, δεν πολυκατάλαβε κανείς πώς ξέσπασε το κακό. Τον μαχαιρώσαν και τον ρίξαν στη θάλασσα. Το πτώμα του ξεβράστηκε μετά από ένα μήνα. Μέσα στην τσέπη του είχε την φωτογραφία της Βαγγελιώς του. Κρυμμένη στο βάθος του σακακιού του, να μην την βλέπει άλλου αντρός μάτι. Τον θάψανε μαζί με την φωτογραφία της.

Και τότε ήρθε η ελευθερία για την Βαγγελιώ. Ο κόσμος δεν παρεξηγούσε να δει μια χήρα έξω από το σπίτι να ξενοδουλεύει. Είχε τέσσερα παιδιά να θρέψει και η ανάγκη δικαιολογούσε την ελευθερία αυτή. Άρχισε η χήρα να κυκλοφορεί στη γειτονιά, στο λιμάνι, στα γειτονικά νησιά, όπου έβρισκε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Καθάριζε ξενοδοχεία, κλινικές, σπίτια και με τα χρήματα που κέρδιζε έφτιαχνε τα προικιά για τις κόρες της. Μπορεί να μην φορούσε πια τα μεταξωτά της, αλλά κρατούσε την αξιοπρέπεια και την περηφάνια της «Μαγκάλας του Μαχαραγιά». Όταν, κάποτε, ένας γείτονας της έφερε δώρο ένα κιλό κρέας, εκείνη το αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας:

« Άνθρωπε του Χριστού, πάρτο σε παρακαλώ πίσω και τάισε τα δικά σου παιδιά. Εγώ είμαι μια χαρά, δεν έχω ανάγκη!» και ταυτόχρονα τον κέρασε και ένα πιάτο με το φαγητό της ημέρας, μην φύγει νηστικός ο μουσαφίρης.

Μα η συνήθεια του εγκλεισμού ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα της. Μόλις πάντρεψε τα παιδιά της κι ελευθερώθηκε από υποχρεώσεις, κλείστηκε οικειοθελώς στο σπίτι, μαζί με μια κόρη που της είχε μείνει ανύπαντρη. Η κόρη έβγαινε για ψώνια και η Βαγγελιώ φρόντιζε το σπίτι. Έκατσε μέσα κλεισμένη κοντά στα είκοσι χρόνια, πριν πεθάνει. Όταν την ρώτησε η μάνα μου πού θα θελε να θαφτεί μετά τον θάνατό της, εκείνη απαντούσε:

  • Θέλω να με θάψετε κοντά στα γονικά μου, στον Ταξιάρχη.
  • Δεν θες να είσαι στον Άγιο Βασίλη, πλάι στον μακαρίτη τον άντρα σου;
  • Όχι, να χαρείς! Όχι! Γιατί κι εκεί κλεισμένη θα μ΄ έχει για πάντα.

Τη γιαγιά τη θάψαμε στον Ταξιάρχη. Να ναι δίπλα στα γονικά της, που θα την άφηναν να κυκλοφορεί ελεύθερη μέσα στους κήπους του παραδείσου, χωρίς να φοβούνται μήπως τη δει αντρός μάτι.

[1] Καθώς πρέπει

[2] «Μαγκάλα, κόρη του μαχαραγιά», τραγούδι του Μανώλη Αγγελόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1958.

[3] Σκάφανδρο δυτών

Ευαγγελία Λελέκη είναι μαθήτρια του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό της «Η Μαγκάλα του Μαχαραγιά» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s