ΒΑΡΚΕΣ ΚΑΛΥΜΝΟΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΛΛΙΑΣ

φωτο Γιάννης Κουλλιάς

Γράφει ο Παντελής Πιζάνιας*

Αρχές Ιουνίου. Από πολύ καιρό προγραμματίζαμε με τον καπετάν- Νικόλα ένα πιο μακρινό ταξίδι για ψάρεμα με δίχτυα, μιας και τα μέρη εδώ γύρω είχαν εξαντληθεί από την υπεραλιεία. Λέπι δεν βγάζαμε πια. Έτσι, ετοιμάζαμε τις προμήθειες για να ανοιχτούμε πιο μακριά: πετρέλαιο, νερά, παξιμάδια, κονσέρβες. Εγώ ήμουν ενθουσιασμένος: σε λίγες μέρες θα έκλεινε και το σχολείο κι έτσι θα μπορούσα επιτέλους να σαλπάρω κι εγώ σ΄ ένα πραγματικό μπάρκο. Ο καπετάν Νικόλας με έπαιρνε βέβαια καμιά φορά κοντά του, να ξεψαρίζω τα δίχτυα, μα πάντα σε κοντινές αποστάσεις. Τώρα όμως μια αληθινή ναυτική περιπέτεια με περίμενε!

Κι έφτασε η μέρα που θα φεύγαμε. Αξημέρωτα κατέβηκα στο λιμάνι γεμάτος ανυπομονησία. «Καλημέρα καπετάν- Νικόλα», τον χαιρέτησα. «Καλημέρα το παι(δ)ί μου. Άντε Παντελή, βάζε πράματα μέσα στο καΐκι (ν)α παένουμε, γιατί πρέπει πριν καλά καλά ξημερώσει να περάσουμε τον κάβο. Ο έρημος βγάζει αέρα πολύ άμα πολυμερώσει καλά», μου είπε βιαστικός ο καπετάν Νικόλας, που είχε φάει τη θάλασσα με το κουτάλι πότε στα σφουγγαράδικα και πότε στα ξιφιάδικα, οργώνοντας όλο το Αιγαίο και σχεδόν όλη τη Μεσόγειο. Το ταξίδι μας θα κρατούσε γύρω στις 3 ώρες, πράγμα λίγο κουραστικό αλλά συνάμα και συναρπαστικό. Ο καιρός δεν θα έλεγα ότι ήταν και κάλμα, είχε λίγο θάλασσα μα εμένα δεν με πείραζε ποτέ.

Μόλις είχα τελειώσει με την ταχτοποίηση των πραγμάτων, όταν άκουσα τη φωνή του καπετάνιου: «Ε! Παντελιώ! Κούεις βρε, το παι(δ)ί μας; Βρε πάνε κάτω στο ράντζο (ν)α χουζουρέψεις λίγο, γιατί μόλις φτάσουμε θα καλάρουμε. Να΄σαι ξεκούραστος, κούεις;» Έλα όμως που εγώ αυτό το ζούσα για πρώτη φορά και δεν ήθελα να χάσω ούτε ένα λεπτό από την μαγεία του ήλιου που ξεπρόβαλλε μέσα από τη θάλασσα. Όποιος δεν έχει δει ανατολή από την πλώρη ενός σκάφους, δεν έχει δει το ξεκίνημα της ίδιας της ζωής. Κι όποιος δεν έχει αναμετρηθεί με φουρτούνα, με το σκάφος του να παραδέρνει στα κύματα, δεν έχει δει το πρόσωπο του ίδιου του χάρου. «Άσε με καπετάνιο να σου κάνω παρέα, δεν νυστάζω» τον παρακάλεσα. Εκείνος με άφησε να απολαύσω την ανατολή του ήλιου και σε λίγο με την συζήτηση πέρασε η ώρα και φτάσαμε στον προορισμό μας. Καλάραμε τα εργαλεία στον βυθό της θάλασσας σε διάφορα σημεία κι εγώ ρουφούσα σαν σφουγγάρι κάθε κίνηση που έκανε ο καπετάνιος. Πλησίαζε απόγευμα. Θα πηγαίναμε να αράξουμε σε έναν μικρό κολπίσκο, αφού το νησί γύρω από το οποίο ρίξαμε τα δίχτυα μας δεν κατοικούνταν παρά μόνο από μερικά αγριοκάτσικα και λίγους φαντάρους. Οι στρατιώτες φρουρούσαν τα νερά μας, προσπαθώντας να απωθούν τούρκους δουλέμπορους, που για μερικά χαρτονομίσματα είχαν μετατρέψει τη θάλασσά μας σε ένα υγρό νεκροταφείο. Βούλιαζαν τους ανθρώπους μαζί με τις ελπίδες τους, στο πέρασμα από ανατολή σε δύση. «Ε, Παντελιώ», μου φώναξε ο καπετάνιος, «τώρα που θα ζυγώσουμε στη στεριά εγώ θα φουντάρω το σίδερο και συ θα πάεις μπροστά να σαλτάρεις έξω για να δέσουμε. (Ν)α προσέξεις μόνο αμη ξεστραμπουνίσεις καένα πο(δ)άρι, γιατί δω (δ)εν έχει γιατρό». «Μην ανησυχείς, καπετάνιο» του λέω εγώ και η καρδιά μου, όσο πλησιάζαμε πιο κοντά, χτυπούσε σαν τρελή, να μην κάνω κανένα λάθος. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά κι έδεσα το καΐκι με ασφάλεια στη στεριά. « Ήντα που (ν)α κάνουμε; (Ν)α φάμε  μαθέ κάτι πρόχειρο μιας κι είμαστε κουρασμένοι και (ν)α ξαπλώσουμε, γιατί το πρωί θα σηκωθούμε νύχτα. (Ν)α πάρουμε πάνω τα εργαλεία, γιατί (θ)α μας τα φάνε οι φώκιες τα ψάρια» είπε ο καπετάνιος. Έτσι κι έγινε.

«Καληνύχτα καπετάνιο!». «Καληνύχτα, το παι(δ)ί μας!». Σε λίγο ακούγονταν το ροχαλητό του, πότε σιγανά και πότε δυνατά, πράγμα που μ΄έκανε να μην μπορώ να κοιμηθώ. Είχα τα μάτια ανοιχτά μες στο σκοτάδι και χάζευα τον έναστρο ουρανό. Ξαφνικά, μέσα στη σιωπή της νύχτας, άκουσα θόρυβο από την άλλη μεριά του νησιού, εκεί που ήταν το φυλάκιο των φαντάρων. Ομιλίες, φωνές, μηχανές από βάρκες, μεγάλη αναστάτωση σαν να είχε γίνει κάτι πολύ σοβαρό. Δεν τόλμησα να ξυπνήσω τον καπετάνιο. Όταν καταλάγιασε ο θόρυβος, το λίκνισμα της βάρκας με έκανε να αισθανθώ ξανά ασφαλής. Έκλεισα κουρασμένος τα μάτια κι αποκοιμήθηκα. Ένιωσα ένα σκούντηγμα και με δυσκολία άνοιξα τα μάτια μου. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει. «Σήκω, το παι(δ)ί μου, ηξημερωσε!». Ήταν ο καπετάν- Νικόλας. Πετάχτηκα επάνω, πρόθυμος να ξεκινήσω τη δουλειά. Γυρίσαμε στον τόπο όπου είχαμε ρίξει τα εργαλεία. Δεν είχαμε προλάβει να μαζέψουμε καλά- καλά το καλαδούρι μας και να σου το λιμενικό. Μας πλησίασε. «Καλημέρα παιδιά». «Καλημέρα» τους απάντησε ο καπετάνιος. «Όλα καλά;» ρώτησαν με μια φωνή και οι τέσσερις λιμενικοί τον καπετάν-Νικόλα. «Όλα καλά» απαντά εκείνος. «Να’ χεις το νου σου, του λεν οι λιμενικοί, γιατί χθες το βράδυ είχαμε πάλι ναυάγιο με μετανάστες. Ευτυχώς πιάσαμε τον δουλέμπορο και βγάλαμε ζωντανούς όλους τους μεγάλους αλλά κάποια μικρά παιδιά δεν τα κατάφεραν. Αγνοούνται ακόμα και τα αναζητάμε. Οι μανάδες τους έχουν τρελαθεί από την αγωνία».

Εγώ άκουγα την κουβέντα και το μυαλό μου δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μέσα σε λίγα λεπτά μια μάνα έχασε από την αγκαλιά της το παιδί της, κι αυτό έμεινε αβοήθητο μέσα σε μια σκοτεινή και παγωμένη θάλασσα. Είχα συγκλονιστεί αλλά εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε τη δουλειά μας. Φαινόταν μια πολύ καλή ψαριά, είχαμε βγάλει πάνω σχεδόν τα μισά εργαλεία. «Κουράστηκες;» με ρώτησε ο καπετάν- Νικόλας. «Όχι καπετάνιο» του απάντησα. Έλεγα όμως ψέματα. Προσπαθώντας να τραβήξω πάνω τα δίχτυα ένιωσα τα χέρια μου αδύναμα. Ένιωθα πως κάτι βαρύ και ασήκωτο έκρυβαν τα δίχτυα. Έβαλα όλες μου τις δυνάμεις και τράβηξα τα δίχτυα δυνατά. Κάτι σίγουρα ασυνήθιστο πρόβαλε στην επιφάνεια, που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Διέκρινα μέσα στο νερό έναν λευκό όγκο, που δεν είχε καμία σχέση με ψάρι. Φαινόταν σα σεντόνι τυλιγμένο γύρω από κάτι μεγάλο. Τα λόγια των λιμενικών για τα χαμένα παιδιά ξανάρθαν στο μυαλό μου. Άρχισα να ιδρώνω και να στάζω λες κι ένα σύννεφο είχε κάτσει πάνω απ΄ το κεφάλι μου κι έβρεχε μόνο για μένα. Σκεφτόμουν πως τράβαγα πάνω το πτώμα ενός μικρού παιδιού, θεέ μου, πως θα άντεχα σε ένα τέτοιο θέαμα; Για μερικά δευτερόλεπτα τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω μου, ένιωθα έτοιμος να λιποθυμήσω.  «Τι έπαθε το παι(δ)ί μας; (Δ)ε νιώθεις καλά;» με ρώτησε ο καπετάν Νικόλας, που πρόσεξε πόσο είχα ασπρίσει. «Καπετάνιο, στο δίχτυ, κοίτα…» ψέλλισα με τρόμο. «Ε, μωρε, πώς κάνεις έτσι; Ένα κομμάτι πλαστικό μπλέχτηκε στα δίχτυα, σίγουρα θα μας έχει κάνει ζημιά, αλλά δεν πειράζει.». Γούρλωσα τα μάτια και κοίταξα καλύτερα στο μέρος του πνιγμένου παιδιού. Ήταν μόνο ένα μεγάλο, λευκό κομμάτι σπασμένου πλαστικού. «Τι ανόητος που είσαι!» είπα στον εαυτό μου θυμωμένος. «Τώρα ο καπετάνιος θα νομίζει ότι φοβάσαι και τον ίσκιο σου. Ακούς πνιγμένο παιδί!».

Μα γρήγορα η ζωή μου έμαθε πως οι εφιάλτες που ζωντανεύουν από την φαντασία μας πολλές φορές είναι λιγότερο τρομαχτικοί από την ίδια την πραγματικότητα της ζωής. Γυρίζοντας πίσω το μεσημέρι, να λιμανιάσουμε στο μέρος που ήταν ο στρατός, βρεθήκαμε μπροστά σε ένα θέαμα που χάραξε την παιδική μου ψυχή για πάντα:  στο μουράγιο, σκεπασμένα μικρά κορμάκια, που κείτονταν άψυχα. Από πάνω τους, τραγικές γυναικείες φιγούρες με μαντήλες, χτυπιόντουσαν και θρηνούσαν σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη. Γύρισα στον καπετάν- Νικόλα, μήπως εκείνος καταλάβαινε τι έλεγαν εκείνες οι γυναίκες. Εκείνος κούνησε το κεφάλι με θλίψη και μου είπε πικρά, πολύ πικρά: «Ανάτθεμα στον πόλεμο και στην προσφυγιά!».

Γυρίσαμε αργά το βράδυ πίσω στο νησί μας. Η ψαριά μας είχε πάει πάρα πολύ καλά, μα κανείς από τους δυο μας δεν ήταν χαρούμενος. Γιατί ποτέ σε αυτόν τον κόσμο, δεν θα μπορούν να είναι χαρούμενοι οι ψαράδες, όσο θα εξακολουθεί η θάλασσα να ξεβράζει μικρά παιδιά.

Παντελής Πιζάνιας είναι μαθητής του Εσπερινού Σχολείου Καλύμνου. Το κείμενό του «Μια διαφορετική ψαριά» είναι μια από τις εννέα ιστορίες που γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής. Όλες τους έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών και κατάφεραν να αποσπάσουν ως σχολείο έπαινο στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη» (ΕΔΩ).  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s