epdimies-1024x576Γράφει ο Γιάννης Θ. Πατέλλης

Οι επιδημίες, η πανούκλα και ο κορονοϊός

Ίσως τώρα πια, με αφορμή τη σύγχρονη πανδημία του κορονοϊού, να φαίνονται αρκετά ειρωνικές κάποιες συμπτώσεις και αντιθέσεις της ιστορίας. Αναφέρομαι στη γειτονική Ιταλία με τα περισσότερα κρούσματα σήμερα στην επικράτεια της, στο έδαφος της οποίας ιδρύθηκε κάποτε το πρώτο  λοιμοκαθαρτήριο στην Ευρώπη, για να την προφυλάξει από την πανώλη και τις άλλες φονικές επιδημίες, που μάστιζαν τον τότε υπόλοιπο κόσμο.

Ήταν το 1423, όταν η Βενετία, η τότε θαλασσοκράτειρα πόλη των Δόγηδων, πρωτοπορούσε στα υγειονομικά μέτρα της εποχής ιδρύοντας στο νησί του «Αγίου Λαζάρου», στην είσοδο του λιμανιού, μια ασπίδα κατά των επιδημιών. Ήταν ένα απομονωτήριο που ονομάστηκε «λοιμοκαθαρτήριο» ή «lazaretto», από το όνομα του παραπάνω νησιού που το φιλοξένησε.

Για τους Βενετούς, η οθωμανική επικράτεια ήταν ένα πεδίο συνεχώς μολυσμένο και όσα πλοία έρχονταν από εκεί έμπαιναν σε καραντίνα σαράντα ημερών στο λοιμοκαθαρτίο. Αλλά και το νησί μας, έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1912, αντιμετώπισε κατά καιρούς πολλές επιδημίες, οι οποίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Πότε ευλογιά, πότε oστρακιά, πότε xολέρα και πότε γρίπες (ασιατική το 1889, η φοβερή Ισπανική το 1918), διαδέχονταν η μία την άλλη και προκαλούσαν πολλά θύματα, αφού φάρμακα δεν υπήρχαν, οι υγειονομικές συνθήκες ήταν στοιχειώδεις και μόνο ουσιαστικό αποτρεπτικό μέτρο ήταν η απομόνωση, δηλαδή το λοιμοκαθαρτήριο.

Φοβερότερη από όλες τις επιδημίες ήταν η πανώλη, η λεγόμενη «πανούκλα», εξ αιτίας του γεγονότος ότι για πολλά χρόνια ήταν άγνωστος ο τρόπος μετάδοσης της ασθένειας, που γινόταν μέσω των τρωκτικών και των ψύλλων και προκαλούσε τρόμο στις κοινωνίες που έπληττε. Έτσι, την αντιμετώπιζαν με όρους θρησκευτικούς. Την θεωρούσαν «οργή Θεού και τιμωρία για τους αμαρτωλούς». Ήταν τέτοιος ο φόβος τον οποίο προκαλούσε, ώστε η αναφορά στη λέξη «Πανούκλα», σε πολλά πρακτικά των τόμων της Δημογεροντίας, συνοδευόταν από τη φράση «ης ρύσαι ημάς ο Θεός».           

Μια τέτοια φοβερή επιδημία πανούκλας βρήκε την Κάλυμνο το 1839 και έμεινε στην ιστορία του νησιού ως «τον καιρό του θανατικού». Ο Γιάννης Ζερβός στα «Ιστορικά Σημειώματα» παραθέτει αποσπάσματα από το «Χρονικό» του Γ. Καραβοκυρού:

«Κατά τα τέλη του 1837 είχε ενσκήψει στο νησί “Ευλογία”, ήτις απεδεκάτιζε τους κατοίκους και ταύτην φοβηθέντες διεσκορπίσθησαν εις τα υψηλότερα μέρη. Ως να μην ήρκει όμως αυτή, εφάνη κατά το 1838-1839 Πανώλης. Αύτη διεδόθη διά των εμπορευμάτων (είδη αποικιακών) κάποιου Τσαμπουνάρη, τα οποία έφερεν από την Έφεσον (Κουσάντασι).

Πρώτον προσεβλήθη μία γυναίκα η οποία κατοικούσε κοντά στην αποβάθρα (σκάλα), όπου και η αγορά τότε (το σημερινό “Γλυκύ”). Έλαβε δε την ασθένειαν από καρπούς τους οποίους έδωκεν αυτή ο Τσαμπουνάρης εντός μανδυλίου.

Άλλη παράδοση μαρτυρεί ότι το “Θανατικό” ήλθε από την Αλεξάντρα, με εμπορεύματα υφασμάτων, από κάποιον Λελέκη, εξ ου και το “Θανατικό του Λελέκη.

Αφού ενέσκηψεν η πανώλης οι κάτοικοι ηναγκάζοντο να διασκορπίζονται εις τας πέριξ μικράς νήσους (Τέλενδον, Νερά, Ψέριμον) και στα βουνά και την Παλιόνησον. Φριχτή και φοβερή ήταν η μάστιγα το κακό, που είχε χτυπήσει το νησί μας τότε.  Ας έχουμε χάρη και προσκύνηση στον Άγιο Χαράλαμπο, που το πάτησε – ως λέγει η παράδοση- το “Θανατικό” εκεί κατά τη πλατιά-στράτα και απεσοβήθη η τέλεια ερήμωση του νησιού. Η πανούκλα δούλεψε σχεδόν όλο το 1839. Το καλοκαίρι είχε την ύφεσή της. Αφού δε απηλλάγη η νήσος της φοβεράς νόσου, ήρχισαν πάλιν οι άνθρωποι να καταβαίνουν εις την πόλιν και να αναλαμβάνουν τας εργασίας των».

Τότε οι άνθρωποι είχαν ως μόνο μέσο άμυνας κατά της επιδημίας την απομόνωση στα μικρονήσια, στις απομακρυσμένες περιοχές, στα βουνά, τα σπήλαια και τα λοιμοκαθαρτήρια ή λαζαρέττα. Σήμερα, ως κύριο μέσο προστασίας από τη μάστιγα του κορονοϊού, μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο φάρμακο και το εμβόλιο, είναι και πάλι η αυστηρή απομόνωσή μας. «Μείνετε κλεισμένοι στα σπίτια» είναι οι εντολές των ειδικών ιατρών, δηλαδή απομονωθείτε στο δικό σας «λαζαρέττο». Περίεργες ιστορικές συμπτώσεις!

Τότε το 1839, τη χρονιά του «Θανατικού», σημειώνει πάλι ο Γιάννης Ζερβός στα «Ιστορικά Σημειώματα»: «Κατά μυστηριώδη σύμπτωση, τα σπαρτά ήταν κατάχρυσος θησαυρός, τα κουβάνια (κυψέλες) ξεχείλιζαν το μέλι, μα οι άνθρωποι ξεμονάχιαζαν σε όρη και σπηλιές κι’ αλάργευαν στα νησάκια, αφήνοντας αθέριστο τον καρπό και ατρύγητο το μέλι». Σήμερα εμείς οι απόγονοί τους, τη φετινή χρονιά του σύγχρονου «Θανατικού», εφορμήσαμε στα σούπερ-μάρκετ για να θερίσουμε και να τρυγήσουμε … το περιεχόμενο των ραφιών τους. Ακόμα πιο περίεργες ιστορικές αντιθέσεις!

Ομοιότητες και διαφορές της ιστορίας, σε χρονική απόσταση περίπου δύο αιώνων…

Κάλυμνος, Μάρτιος 2020            

ioannispatellis38@gmail.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s