ΗΤΑΝ ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΙΝ ΒΓΑΛΕΙ ΦΤΕΡΑ, ο ένας γιος ανάμεσα σε εφτά κόρες, ο πρωτότοκος και ο μονογενής, όπως τον έλεγε η μάνα του.

Στα πέντε του περίπου, πριν πάει σχολείο, πήγε να πεθάνει. Οι δυο γιατροί της εποχής είπαν, τον χτύπησε βαρύς τυφοειδής, δεν έχει σωσμό.

Η μάνα του, η γιαγιά μου η κουνέλα, που έκαμε δέκα γέννες και τότε είχε κιόλας μαυροφορέσει για δυο παιδιά, τους πέταξε όλους έξω.

Είπε, “φύγετε, θα τον ξαναγεννήσω”. Έμεινε μαζί με το παιδί, τρεις μέρες κλειδωμένη, ζητούσε πολλά ζεστά νερά, γέμιζε τη σκάφη στη μέση της σάλας μπρος από το σκαλιστό καναπέ και δίπλα στον ορθόπλωρο ρώσικο καθρέφτη, άδειαζε το κρύο νερό απ’ το μπαλκόνι, ξαναγέμιζε και την τρίτη μέρα, ο τυφοειδής τη σκιάχτηκε, υποχώρησε, το παιδί βγήκε από τα βύθη του άγριου πυρετού και είπε “πεινάω”.

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1931 και η γιαγιά η κουνέλα, η γιαγιά η Καλλιώ βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε, “το παιδί ξανάρθε”.

Στην Παλαιστίνη συντρόφεψε με τον Γισδάν και τον Σαλμάνι και τα παλικαράκια ξέχασαν την προσφυγιά, γλυκοκοιτώντας τις κοπελούδες, Χιώτισσες, Σαμιώτισσες και Καλυμνιές, στο στρατόπεδο Νουσεϊράτ.

Σα γύρισε, πήρε μολύβια και χαρτιά και ζωγράφιζε το ρημαγμένο κόσμο. Είδε την ομορφιά ο πατέρας του και ανοίχτηκε στα πιο βαθιά για ψάρεμα, να γίνει ο μονογενής ζωγράφος με ελαιοχρώματα και αυγομπογιές.

Πήρε τα βυζαντινά, αγέλαστα πρόσωπα των αγίων, τους έδωσε αναγεννησιακή γλύκα στο χρώμα και την έκφραση και γέμισαν θόλοι και τέμπλα με καλόγνωμους παντοκράτορες, ήμερους προφήτες και στρουμπουλά αγγελούδια. Στην πύλη πάντα μια Παναγιά προσφύγισσα, μ’ αυτό που κρατούσε μέσα του απ’ τη μάνα του.

Έχοντας σπουδάσει και τη φωτογραφία, απαθανάτισε όλα τα πρόσωπα που είχαν βαθιές ρυτίδες, ψαράδες σαν τον πατέρα του, σφουγγαράδες τσακισμένους, και βαριομούστακους βοσκούς.

Ρετουσάρισε, με μολύβι, πάνω στο αρνητικό, δεκάδες φωτογραφίες νυφών, για τα υπερατλαντικά προξενιά και όταν το προξενιό αποτύχαινε, ξανά κάτω από το μαύρο πάνι και την υποψήφια νύφη σε πόζα τριών τετάρτων και με νάζι και πιο φινετσάτες παρεμβάσεις ρετούς σε όσα έβλεπε ο φακός.

Τραγουδούσε με γλυκιά φωνή και τσακίρικο μάτι κι έμαθε να χορεύει το καλύτερο ταγκό στις επαρχιώτικες χοροεσπερίδες.

Δε λογόφερε ποτέ του και με κανένα, δεν είπε ποτέ του πικρή κουβέντα, μήτε και σκέφτηκε κακό για άνθρωπο, χανόταν μέσα στις μπογιές και τα τελάρα του και όταν έχασε το Ρηνάκι του, ήταν κιόλας λίγο βυθισμένος στη θολούρα των χρόνων και παρηγορήθηκε με το ψέμα ενός ταξιδιού.

Πάντα, μα ειδικά τα τελευταία χρόνια, οι δυο του γιοι τον φρόντισαν, όπως δεν φρόντισε ποτέ και καμιά μάνα το μωρό της.

Έφυγε σήμερα, τέσσερα χρόνια πριν συμπληρώσει έναν αιώνα, μ’ εμάς τους καθορισμένους λίγους της καραντίνας να αποχαιρετούμε, μασκοφορεμένοι και σε αποστάσεις, κάνοντας τη λύπη ακόμη πιο θλιβερή.

Οι πέντε κιόλας φευγάτες αδερφές του, ανάμεσά τους κι η μάνα μου, η Σούλα, η Νίκη, η Βακίνα, η Στάσα και η Κατερίνα, θα μαζέψουν την αστερόσκονή τους να τον υποδεχτούν, λέγοντας, αυτό που έλεγαν πάντα,

“Καλώς τον το Μανώλη μας, τον πολυαγαπημένο. Ήσουν άγγελος πριν βγάλεις φτερά”.

Στη φωτογραφία, ένας προφήτης μισοτελειωμένος, από τον αγαπημένο μου θείο, Μανώλη Χούλη, που σήμερα ταξίδεψε στη μελωδία ενός από τα αγαπημένα του ταγκό.

ΠΟΥ ΝΑ ‘ΣΑΙ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΑΥΤΟ

One response »

  1. Ο/Η Μαρία Μπιλλήρη λέει:

    Θυμάμαι με πόση χαρά είχε αποδεχτεί την πρόσκλησή μου να έρθει στο εργαστήρι ζωγραφικής για να τον γνωρίσουν τα παιδιά.
    Με μια απίστευτη σεμνότητα, κουβάλησε ο ίδιος μερικούς πίνακές του για να εξηγήσει στα παιδιά την τεχνοτροπία του και να τα βοηθήσει να μπουν μέσα στη δική του ματιά.
    Αμέσως έγινε ένα μ’ αυτά, που τον εμπιστεύτηκαν δείχνοντάς του με τη σειρά τους τις δικές τους ζωγραφιές.
    Είχαμε μια λιτή, ουσιαστική επικοινωνία, από την πρώτη στιγμή που με τίμησε με την παρουσία του στην πρώτη μου έκθεση. Με καλωσόρισε με αγάπη στην κοινωνία των Καλύμνιων ζωγράφων, δείχνοντας πάντα ενδιαφέρον για τη δουλειά και τις απόψεις μου.
    Χωρίς ίχνος έπαρσης από το τεράστιο έργο του, λιτός, σιωπηλός, ευγενικός…
    Ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από τις δημιουργίες του.
    Ας είναι φωτεινό και γαληνεμένο το ταξίδι του.
    Ας είναι αιωνία η μνήμη του…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s