Γράφει ο Γιάννης Θ. Πατέλλης

Είναι κοινή μοίρα ο θάνατος, το έβγα απ’ τη ζωή. Και συνηθίζεται, σε όσους αφήνουν πίσω τους κάτι, μικρό ή μεγάλο, χαραγμένο στον πίνακα της ζωής του τόπου, με πινέλο ή μολύβι, να τον συνοδεύουν στο παντοτινό ταξίδι τα πρεπούμενα λόγια τιμής για την προσφορά του στο νησί  και τους  ανθρώπους του.  

Έφυγε πριν λίγες μέρες από κοντά μας ο Μανώλης Χούλλης, ο ζωγράφος, ένας από τους πλέον σημαντικούς τοπικούς καλλιτέχνες της εποχής μας. Γράφτηκαν για τον αξέχαστο Μανώλη λόγια όμορφα, συγκινητικά, από χαρισματικές πένες, του στενού και φιλικού οικογενειακού του κύκλου που τον έζησε από κοντά, αλλά και από το Αναγνωστήριο και το Λύκειο των Ελληνίδων της Καλύμνου. Η δική μου γραφή θα ήταν ίσως περιττή, αν δεν με τυραννούσε το εσώτερο αίσθημα της εκπλήρωσης ενός οφειλόμενου χρέους προς τον εκλιπόντα καλλιτέχνη, τον αγαπητό φίλο.  

Γνώρισα από κοντά το Μανώλη σε μια εποχή που είχε εγκαταλείψει πια το επάγγελμα του καλλιτέχνη φωτογράφου και είχε στραφεί, αποκλειστικά, στην τέχνη που αγαπούσε, τη ζωγραφική. Δούλεψε αρκετά χρόνια ως επαγγελματίας φωτογράφος σε ατελιέ στον κεντρικό εμπορικό δρόμο. Εκεί έστησε και το καλλιτεχνικό εργαστήρι του, αλλά λίγα μέτρα πίσω από τις βιτρίνες, απομονωμένος από το θόρυβο και την οχλοβοή του δρόμου. Τον επισκεπτόμουν συχνά στο εργαστήρι – ησυχαστήριό του, γιατί είχα αναλάβει μια δύσκολη αποστολή. Τη συγγραφή ενός άρθρου για την εκκλησιαστική ζωγραφική στο νησί μας, σε μια έκδοση που ετοίμαζε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Νεκτάριος και η οποία κυκλοφόρησε το 1994 με τίτλο: «ΚΑΛΥΜΝΟΣ, Ελληνορθόδοξος ορισμός του Αιγαίου».                               

Μου πρόσφερε τη βοήθεια που του ζήτησα απλόχερα, αφού το αντικείμενο της συγγραφής μου αφορούσε την τέχνη της ζωγραφικής, την τέχνη του. Προσηνής, φιλικός, ευγενικός, χωρίς ίχνος έπαρσης για τις γνώσεις του γύρω από τη δουλειά του, με συνόδεψε σε όλες τις εκκλησίες της Καλύμνου που είχαν αγιογραφίες – πίνακες των μεγάλων ζωγράφων μας. Αγαπούσε ιδιαίτερα την αγιογραφική τέχνη του δασκάλου του, του Αντώνη Καραφυλλάκη. Είχε όμως και την προσωπική του άποψη ως ζωγράφος. Σε επίσκεψή μας στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου με πήγε κατευθείαν στο τέμπλο, μπροστά στον πίνακα με τον Άγιο Δημήτριο του Μιχάλη Αλαχούζου: «Σε παρακαλώ να προσέξουμε αυτή την εικόνα. Ο Άγιος, πανέμορφο αρχοντόπουλο πάνω στο λευκό άτι, κατατροπώνει τον πεσμένο πολεμιστή. Άψογη σχεδιαστική ακρίβεια, ανάγλυφη προβολή της σιλουέτας του Αγίου, χωρίς καθόλου σκιά σε ένα φόντο μπλε ανοικτό, με το ιώδες χρώμα να κυριαρχεί στον πίνακα και με έμφαση στον τόνο χρώμα. Στοιχεία έντονα αναγεννησιακά χαρακτηρίζουν τον πίνακα, είναι από τους καλύτερους της Καλυμνιακής Αγιογραφίας». Μιλούσε με θέρμη για τη μορφή της αγιογραφικής τέχνης που τον συνέπαιρνε και αποτυπώθηκε σε όλες τις αγιογραφίες του, που στολίζουν ναούς του νησιού μας. Αυτήν υπηρέτησε στη μακρά σταδιοδρομία του, άξιος συνεχιστής της «Καλυμνιακής Καλλιτεχνικής Σχολής»  των μεγάλων ζωγράφων μας, Μαγκλή, Οικονόμου, Αλαχούζου, Καραφυλλάκη.

Χάρηκε ιδιαίτερα την κυκλοφορία του τόμου με την εργασία μου, στην οποία ήταν τόσο πολύτιμη η συμμετοχή του και οι εύστοχες παρατηρήσεις και συμβουλές του. Συνέχισα να τον επισκέπτομαι στο εργαστήρι του, μετά και από δική του πρόσκληση. Μιλούσαμε για την τέχνη του, μου έδειχνε τη δουλειά που ετοίμαζε. Ήταν ο πόθος του να τελειώσει μια μεγάλη σειρά από πίνακες με την εξέλιξη της ζωής στην παλιά Κάλυμνο. Να τους εκθέσει και να βρουν τη θέση τους σε μια μελλοντική πινακοθήκη του νησιού. Ένα μεγάλο μέρος από αυτή του τη δουλειά εκτέθηκε, νομίζω στο Παρθεναγωγείο, σε μια εκδήλωση του Καλλιτεχνικού Συλλόγου της Καλύμνου.                                                   

Ένα μεσημεράκι κτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μου, στον κεντρικό δρόμο λίγο παρακάτω από το εργαστήρι του. Ξαφνιαστήκαμε με τη γυναίκα μου για την απρόσμενη επίσκεψη. Με το γνωστό ήρεμο χαμόγελο στα χείλη έβγαλε από μια τσάντα, που κρατούσε παραμάσχαλα, ένα πορτραίτο μου με μολύβι, κορνιζαρισμένο από τον ίδιο και με τη σχετική αφιέρωση: «Στο φίλο Γιάννη με αγάπη». Συγκινήθηκα τόσο πολύ που δέθηκε η γλώσσα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Με ρώτησε αν έκανε καλά που προτίμησε το μολύβι από το χρώμα. Νομίζω, του απάντησα, πως από τότε που βγήκε η έγχρωμη καλλιτεχνική φωτογραφία, το μολύβι δίνει την άλλη μορφή και την άλλη ψυχή στο πορτραίτο. Το χαμόγελο πλάτυνε στα χείλη του: «Καλά σε ψυχολόγησα και καλά μάντεψα τις προτιμήσεις σου».                                    

Με τα χρόνια η υγεία του κλονίστηκε, το εργαστήρι έκλεισε, κάπου χαθήκαμε. Φεύγοντας  για το παντοτινό ταξίδι, πριν λίγες μέρες, δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω από κοντά, για τους γνωστούς λόγους των απαγορεύσεων. Μα θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου, ευγενικά σκυμμένο πάνω από το καβαλέτο του, να ανακατεύει τα χρώματα με τα πινέλα του, ανάμεσα σε γλυκές και ήμερες μορφές αγίων, σε  σκαμμένα από την αλμύρα πρόσωπα ψαράδων, σε γυναικείες και αντρικές μορφές από τα περασμένα, ζωντανεμένα συναπαντήματα της παλιάς Καλύμνικης ζωής, της χαμένης στο σύθαμπο της λησμονιάς.

Κάλυμνος, Μυρτιές, 10 Νοεμβρίου 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s