Γράφει ο Φίλιππος Μανδηλαράς*

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Νεκρός Νικ – Απέθαντοι μπελάδες» των Γιώργου Τυρίκου-Εργά και Κώστα Ζαφειρίου (εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 2020).

“It’s cold in the graveyard, we all die alone” τραγουδάει ο αειθαλής Όζι Όσμπορν (Under the graveyard, 2019), που εδώ και πενήντα χρόνια τού αρέσει να σεριανίζει στα νεκροταφεία και να μεταφέρει το απειλητικό και σκοτεινό τους κλίμα στα τραγούδια του. Τι κρίμα που δεν έχει επισκεφθεί το περίφημο κοιμητήριο του Ρεπανιδίου, νησιού κρυμμένου στις πτυχώσεις των κυμάτων του Βόρειου Αιγαίου, μερικά φτερουγίσματα δρόμος από το Σμου (Γιώργος Τυρίκος-Εργάς, Η καινούργια διαθήκη του Σμου, 2011) κι αρκετές ώρες πλους με το στοιχειωμένο σκαρί του θρυλικού ΕΓ/ΟΓ «Θεόφιλος» (ή και του «Ταξιάρχης», αν προτιμάτε την περιπέτεια). Τι κρίμα!

Γιατί τότε θα γνώριζε πως δεν κάνει κρύο στα κοιμητήρια και, βέβαια, σε καμία περίπτωση οι πεθαμένοι που το κατοικούν, δεν είναι μόνοι. Αντίθετα, σχηματίζουν μια απίθανη κοινότητα, η οποία ενίοτε ανταγωνίζεται την κοινότητα των ζωντανών στο Ρεπανίδι και ζητάει μερίδιο από την πίτα της εξουσίας. Κάποιοι μάλιστα ζητούν ολόκληρη την εξουσία! Και θα το πετύχαιναν, αν δεν τα έβαζαν με την παρέα του νεκρού Νικ, ενός (νεκρού, φυσικά) παιδιού γύρω στα δέκα, που «ζει» στο κοιμητήριο του Ρεπανιδίου και, μαζί με άλλα νεκρά παιδιά του κοιμητηρίου και τον αγαπημένο του (νεκρό, εννοείται) σκύλο, τον Μούρμο, τους αρέσει να παίζουν κάθε βράδυ μπάλα με μια νεκροκεφαλή στη μεγάλη αλάνα του κοιμητηρίου.

Το κοιμητήριο όμως έχει τους νόμους του, τις κλίκες των κατοίκων του και, βέβαια, τον άρχοντα που το εξουσιάζει. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του κόσμου των ζωντανών, δηλαδή. Και μην πάει το μυαλό σας πως αυτός που εξουσιάζει τους νεκρούς είναι ο Τάκαρος, ο βρομύλος νεκροθάφτης, ή ο αμφίβολης ηθικής παπάς – όχι! Στους νεκρούς διαφεντεύει ο άρχοντας Κορβίνος, το αρχαιότερο και δυνατότερο πλάσμα του κοιμητηρίου, με τη βοήθεια του κάβουρα Κασέριου, τον Κερκυραίου γραμματικού του με τους αστείους τρόπους και την ακόμα πιο αστεία κερκυραϊκή ιδιόλεκτο.

Αυτός ο Κορβίνος, λοιπόν, έχει αποφασίσει να βάλει στο χέρι τους ζωντανούς του χωριού. Τέλος η ασέβεια στους νεκρούς, τέλος οι νεωτεριστικές ιδέες που θέλουν τους νεκρούς στους τάφους τους και τους ζωντανούς στα σπίτια τους, τέλος η υποταγή στη λογική! Ο κόσμος είναι ολόκληρος μονάχα αν συμπεριλαμβάνει και τους νεκρούς, αν έχουν κι εκείνοι λόγο στη λήψη των αποφάσεων ή, ακόμα καλύτερα, αν εκείνοι (που είναι πολύ περισσότεροι, μεταξύ μας) επιβάλλουν τη θέλησή τους στους ζωντανούς.

Έτσι, ο Κορβίνος καλεί σε μια μυστική σύναξη σε ένα κενοτάφιο την ξεματιάστρα του χωριού, τον παπά, ένα φοβερό σκιάχτρο και τρεις μόρτες ποντικούς, για να τους ανακοινώσει το σχέδιό του. Στόχος του είναι να πάψουν οι διασκεδάσεις στον κόσμο των ζωντανών, να επιστρέψουν οι δεισιδαιμονίες και ο τρόμος των νεκρών και, τελικά, να επιβάλει την εξουσία του σε όλο το νησί.

Γι’ αυτό τον λόγο, τάζει στον παπά τη θέση του δεσπότη, ενώ ζητά από όλους να ενεργήσουν συντονισμένα ώστε να κατατρομάξουν τους χωρικούς και, όταν κυριαρχήσει στο χωριό ο φόβος, να κλέψουν ένα παιδί ώστε να αναγκάσουν τους ζωντανούς να προσφύγουν ικέτες σε αυτόν για να το ελευθερώσει. Τότε θα έβαζε τους όρους του κι όλα θα γίνονταν όπως παλιά, την εποχή που οι δεισιδαιμονίες διαφέντευαν τη ζωή των ανθρώπων στην καθημερινότητα τους!

Η εφαρμογή του σχεδίου

Το σχέδιο του μπαίνει σε εφαρμογή και, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι καθόλου δύσκολο να ξυπνήσουν οι δεισιδαιμονικοί φόβοι των κατοίκων του νησιού για τους νεκρούς που επιστρέφουν κι απαιτούν μερίδιο από τον κόσμο των ζωντανών, είτε αυτοί ονομάζονται φαντάσματα ή βρικόλακες, είτε στοιχειά ή ανασκελάδες.

Όμως ο Νικ κι η παρέα των νεκρών παιδιών, που βρίσκονται σε μόνιμη κόντρα με τον άρχοντα Καρβίνο επειδή αμφισβητεί το δικαίωμά τους στο παιχνίδι και στις σκανταλιές, έχουν άλλη άποψη. Όταν, μάλιστα, ο παπάς απάγει τον «Σκελετό» από το χωριό, ένα οχτάχρονο κοκαλιάρικο αγόρι (ζωντανό αυτό, παρά το παρατσούκλι του που μπορεί να ξεγελάσει), και το οδηγεί στο κοιμητήριο, τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς τα νεκρά παιδιά καταφέρνουν να τον κλέψουν από τους απαγωγείς του και οχυρώνονται στο σπίτι του Τάκαρου, του νεκροθάφτη, ψηλά στον λόφο της Πεπονιάς.

Ο άρχοντας Κορβίνος, με τη σειρά του, συγκεντρώνει έναν στρατό από ανασκελάδες, φαντάσματα, αερικά και σκιάχτρα, ενώ καταφέρνει να πάρει με το μέρος του και τον πρόεδρο, τον δάσκαλο και τον αγροφύλακα του χωριού, στους οποίους τάζει εξουσία στο νέο καθεστώς. Έτσι, είναι πανέτοιμος και πάνοπλος ώστε να επιτεθεί και να συντρίψει την παρέα των νεκρών παιδιών.

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα πανηγύρι δοξασιών, αποτρεπτικής μαγείας, παιδικής αυθαιρεσίας και τρελού κεφιού σε σκηνές που θυμίζουν τις πιο λαμπρές στιγμές από τα «Ξύλινα σπαθιά» (Παντελής Καλιότσος, 1974), τον «Πόλεμο των Κουμπιών» (Λουί Περγκό, 1912) ή και τον «Μικρό Νικόλα» (Γκοσσινύ & Σενπέ), μέχρι που ο στρατός των απέθαντων αναγκαστικά ηττάται κι η παρέα των νεκρών παιδιών με την παρέα των ζωντανών, που είχε φροντίσει να μαζέψει ο «Σκελετός» πριν από την τελική μάχη, καταλήγουν να παίζουν στη γνωστή αλάνα του κοιμητηρίου ένα φιλικό ματσάκι Ζωντανών εναντίον Πεθαμένων… Και μετά σου λέει ο Όζι για τη μοναξιά των πεθαμένων. Αν είναι δυνατόν!

Το κοινό και οι απέθαντοι

Ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς και ο Κώστας Ζαφειρίου ζουν στο Βόρειο Αιγαίο και γνωρίζουν πολύ καλά πρόσωπα και πράγματα του Ρεπανιδίου, του Σμου αλλά και των νησιών όπου κατοικούν, όπως έχουν αποδείξει, άλλωστε, στο μοναδικό «Αυλητής και Παππουλάνθρωπος: Μαγεμένες ιστορίες από τη Λέσβο και τη Λήμνο» (Αιολίδα, 2010).

Στον «Νεκρό Νικ», λοιπόν, μας παίρνουν από το χέρι σε μια ολοζώντανη (αν είναι δυνατόν!), σπαρταριστή περιήγηση στον κόσμο των απέθαντων και των δοξασιών που σχετίζονται με αυτούς, με έντονη σατιρική διάθεση αλλά και οξεία πολιτική κριτική στα σημεία όπου αναφέρονται στην εγκόσμια ή μη εξουσία, με ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την πίστη στους νεκρούς και τις αποτροπαϊκές πρακτικές που εφαρμόζονταν στις παραδοσιακές κοινωνίες, με απίθανους χαρακτήρες (ζωντανούς και νεκρούς), πλήθος αναφορών στην ποπ κουλτούρα, καθώς και ένα σαφές μήνυμα σχετικά με τη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει ο φόβος (με όποια μορφή κι αν είναι ενδεδυμένος) πάνω στις ζωές μας.

Κι αν απορείτε σε τι κοινό μπορεί να απευθύνεται ένα βιβλίο στο οποίο πρωταγωνιστούν οι απέθαντοι, θα σας παραπέμψω στις γκοθ (όπως κατατάσσονται) ιστορίες του Νιλ Γκέιμαν ή στις ταινίες του Τιμ Μπάρτον, που απολαμβάνουν παιδιά και ενήλικες σ’ όλο τον κόσμο. Κι αφήστε τον Όζι να τραγουδάει για τη μοναξιά στα κοιμητήρια. Καμία σχέση!

*Ο Φίλιππος Μανδηλαράς είναι συγγραφέας

Πηγή: slpress.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s