Γράφει η Φανή Κουτούζη

(Θεμελίνα Οικονόμου, Σεπτέμβριος 1977 – Ιανουάριος 2020)

Άλαλα είχαν μείνει τα χείλη μας, της μάνας σου, του αδελφού σου και όλου του μεγάλου πλήθους που σε συνόδευσε εκείνη την 13η Ιανουαρίου 2020, κάπου αλλού απ’ το ζεστό σου σπιτάκι. Διασαλεύτηκε λοιπόν «η τάξη του κόσμου» για άλλη μια φορά  βίαια  και δεν μπορούσε  να γίνει αλλιώς: ποιο στόμα ν’ ανοίξει να πει δυο κουβέντες για τη ζωούλα σου, για όσα πέτυχες στο σύντομο πέρασμά σου, ποιος  λόγος  θα μπορούσε να παρηγορήσει τους δικούς σου και να αποχαιρετήσει μια κοπέλα σαράντα δύο (42) χρόνων, μάνα τριών μωρών

παιδιών; Έφυγες το πρωί για τη δουλειά και κείνα θα σε περίμεναν να γυρίσεις το απογευματάκι να τα αρπάξεις, να τα κανακέψεις με κείνο το μοναδικό της κάθε μάνας τρόπο, να τα γεμίσεις χαρά, να ακουστούν οι φωνούλες τους ως έξω το δρόμο. Δε βρήκε κανείς το κουράγιο λοιπόν. Σε προπέμψαμε έτσι, χωρίς αποχαιρετισμό, ένα λόγο, ένα αντίο…Όσο κι αν ήταν σκληρό, μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή ότι μιλούσε το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης  μας, της απόλυτης αδυναμίας. Δε θα μπορούσαμε ούτε να σε προσφωνήσουμε ούτε να είμαστε οι ακροατές. Σφίξαμε τη ψυχή, αφήσαμε μόνο τα δάκρυα και τον αβάσταχτο πόνο  να αυλακώνουν το πρόσωπο μας.

Όμως αυτό το γεγονός με βασάνιζε όλους τους φοβερούς μήνες που ακολούθησαν και  συνοδεύτηκαν συγχρόνως απ’ την αντάρα της πανδημίας, που είναι εδώ ακόμη κι έφερε στον κόσμο ανείπωτες συμφορές. Πονούσα διπλά και τριπλά για κάθε ζωή που χανόταν αλλά το μυαλό δεν έφευγε από σένα. Ψιθύριζα κάθε τόσο μέσα μου τους στίχους του Παλαμά: «Άφτιαχτο κι αστόλιστο του χάρου δε σε δίνω»…

Αυτή την ανάγκη  μας, Θεμελινάκι μου, θα προσπαθήσω να θεραπεύσω τόσο καθυστερημένα, αφού η  συναισθηματική αδυναμία να γίνει αυτό νωρίτερα, το άφηνε στη μέση, ένα χρόνο τώρα.

Ήρθες λοιπόν Θεμελίνα μου, στη ζωή τον Σεπτέμβριο του1977… Χαρμόσυνη μέρα, γονείς τρισευτυχισμένοι και μαζί όλη η μεγάλη οικογένεια . Η μάνα σου απ’ την πρώτη εκείνη στιγμή φαινόταν πως θα γίνει «τρελλή» μάνα. Δεν ήξερε πώς  να διαχειριστεί τον πολύτιμο θησαυρό της, πώς να σε «μεταπιάσει», πώς να σε προστατέψει. Λατρεία αλλά και αγωνία μαζί. Από πάνω σου να μετρά τις αναπνοές σου, να παρατηρεί τις πρώτες κινήσεις, τα σημάδια της ομαλής ανάπτυξης. Κι ο πατέρας βέβαια δεν πήγαινε πίσω καθόλου.

Κυλούσαν γρήγορα τα χρόνια. Ήσουν ένα παιδάκι που «προέκοπτε  σοφία και ηλικία»… κι’ ήρθε η ώρα του νηπιαγωγείου: «Αρσάκειο Νηπιαγωγείο Ψυχικού». Τότε μεγάλωσε και το δικό μου μερίδιο από σένα. Ήσουν εκεί και  αισθανόμουνα όλο το Σχολείο τόσο πιο φιλικό. Ήσουν εκεί ανάμεσα σε χιλιάδες παιδιά, ένα πλασματάκι δικό μου, μια κι οι δυο μου γιοί ήταν σε διπλανό «αρρένων», δεν τους έβλεπα κάθε μέρα όσο εσένα. Τότε ήρθαν τα πρώτα «καλά λόγια» για τη Θεμελίνα Οικονόμου. «Τι μυαλουδάκι είναι αυτό, τι ωριμότητα -δε σε θυμάμαι παρά μόνο ώριμο παιδάκι-τι αντίληψη και προπάντων πόσο καλό παιδί», ήταν αυτά που σε κάθε ευκαιρία μου έλεγαν οι δασκάλες σου. Τα δεχόμουνα ως δώρο κι έτρεχα στους γονείς σου να τους πάω τα νέα.

Κύλισαν κι άλλο τα χρόνια και δυστυχώς  ήρθε ο Σεπτέμβρης του 1992. Έφυγε ο Θοδωρής μας. Είκοσι εννιά χρόνων. Ένας «πλάτανος», όταν έχει την καταπράσινη φυλλωσιά του, έτσι μου τον παρομοίασε μια γυναίκα συγγενής, περνώντας απ’ το σπίτι. Είχαμε μπει στο 1993. Εσύ ήσουν δεκάξι. Θεμελινάκι μου, θα σε βαρύνω συναισθηματικά αλλά θέλω την κρίση σου γι’ αυτό το κείμενο που τώρα κατάφερα να αποτελειώσω, μήπως κι αλαφρύνει λίγο η ψυχή, σου είπα. Μου απάντησες αλλά με μια ερώτηση μαζί: – «θεία μου, πώς άντεξες να το γράψεις»; Ούτε και τώρα, κοριτσάκι μου, αντέχω αλλά σου έπρεπε ένας αποχαιρετισμός, δυο λόγια που ίσως παρηγορήσουν  αργότερα τα παιδιά σου, όταν ζητήσουν να μάθουν κάτι για τη μανούλα τους.

Αυτή λοιπόν η πολύτιμη ζωούλα, περιτριγυρισμένη από πολλή αγάπη και έγνοια, όλης της οικογένειάς σου, πέρασε από το στάδιο της γνώσης, πάντα με διακρίσεις: πρωτιές, σημαιοφόρος, εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο  Πειραιώς με ευκολία, μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, τόσα άλλα διπλώματα, τόσες δραστηριότητες κι αγάπες. Δε θα σε ξεχάσω να χορεύεις τον «Ίσσο» και τη «Σούστα», με κείνο το παλαιό καλύμνικο ήθος. Αγαπούσες τη ζωή, την τέχνη, τους δικούς, τα ξαδέλφια, τους φίλους.

Και η επαγγελματική σου αποκατάσταση ήρθε να συμπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να πάρει η ζωή το δρόμο της.

Ήρθε και η ώρα του γάμου και των παιδιών. Βρέθηκες νοικοκυρά και μανούλα ξεχωριστή, όχι μόνο με οδηγό το μητρικό ένστικτο αλλά με την αγωνία της επιστημονικής ενημέρωσης για το σωστό τρόπο της ανατροφής τους. Τρία παιδάκια άγγελοι, με το πρώτο να ξεχωρίζει ήδη, ένα χαρισματικό πλασματάκι απ’ αυτά που σπάνια συναντάς και δεν τα ξεχνάς εύκολα. Το Στεφανάκι και τα διδυμάκια, η Ελένη κι η  Αννούλα…Εκεί ήταν το μεγαλείο σου! Τόσο μικρά κι όμως τα αποτυπώματα της αγωγής που  τους έδωσες τα κάνει να ξεχωρίζουν. Εύχομαι η ζωή να βρει τρόπο να συμπληρώσει αυτό το μέγα κενό στις ψυχούλες τους.

Θεμελινάκι μου, αναπαύσου εν ειρήνη, κοντά στο Θεό. Η μόνη σιγουριά που έχω να σου μεταφέρω απ’ τη γη που άφησες και μας άφησες  είναι ότι η απέραντη και ανεξάντλητη αγάπη για τη Θεμελίνα μας και τα αγγελούδια της θα υπάρχει, όσο υπάρχουμε κι εμείς.

Η θεία Φανή

Κάλυμνος Ιανουάριος 2021

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s